Tag Archives: ομογένεια

ΟΝΑΡ IV

Είδα σήμερα ένα περίεργο όνειρο. Ήμουν στο Βερολίνο και είχα μια δουλειά κάπου να κάνω. Βρέθηκε όμως ένα κενό χρόνου και είπα να πάω μια βόλτα.

Αρχικώς ήμουν με το ποδήλατο και μετά με τα πόδια. Σιγά σιγά βρέθηκα σε γνωστή περιοχή: ήμουν στο Prenzlauer Berg, στην Pappelallee και θα έβγαινα στην Stargarder.  Αποφάσισα να πάω προς τα δεξιά και να μπω αριστερά στην Lychener, καθώς εκεί ήμουν κάποτε συχνά.

Ξαφνικά βρέθηκα σε ένα μέρος που δεν το είχα δει ποτέ. Είχε ήλιο, αλλά θα πρέπει να ήταν χειμώνας γιατί όλοι φορούσαμε παλτά. Είδα ένα κτίσμα που έφερε την επιγραφή PONTIKER και αμέσως κατάλαβα ότι επρόκειτο για σπίτι του Ποντιακού Συλλόγου. Στο ίδιο κτίσμα υπήρχαν και άλλα —ίσως ποντιακά— μαγαζιά: ένα γραφείο ταξιδίων και ένα σούπερ μάρκετ / καφέ. Στο πεζοδρόμιο είχε και ένα δυο τραπεζάκια όπου κάποιοι πίναν καφέ (το κρύο δεν ήταν πολύ δυνατό).

Προσπαθούσα να βγάλω φωτογραφία την επιγραφή PONTIKER με το κινητό για να την δείξω στους συγγενείς μου, αλλά μια έβγαινε πολύ μικρή και μακριά, μια δεν έβγαινε, κάποια στιγμή ζούμαρα και τα κατάφερα.

Μπήκα μέσα στο καφέ / σούπερ μάρκετ (αυτό είχε την επιγραφή PONTIKER) και έριξα μια ματιά. Έψαξα για τα γραφεία του συλλόγου αλλά δεν βρήκα κάτι. Ρώτησα την γκαρσόνα στα ελληνικά πού είναι ο σύλλογος και μου είπε πως δεν υπάρχει κάτι τέτοιο.

Βγήκα έξω. Σε ένα τραπεζάκι καθόταν ένας μεσήλιξ με άσπρα μαλλιά και γένεια και μιλούσε με μια γυναίκα. Ρώτησα. Με ρώτησε γιατί τον ψάχνω. Είπα ότι θέλω να δω τα αρχεία, το οπτικοακουστικό υλικά, τα περιοδικά κτλ. να μάθω για τις ρίζες μου. Ήρθαν άλλες 2 γυναίκες στο τραπεζάκι και ο τύπος, με το που άκουσε την απάντησή μου, άρχισε να γελάει ασταμάτητα. «Γιατί γελάτε;» τον ρώτησα, αλλά αυτός δεν απάντησε γιατί γελούσε συνέχεια. Υποψιάστικα ότι ήθελε να μου πει πως ο σύλλογος δεν ήταν τόσο οργανωμένος για να έχει αυτά που έψαχνα.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Τον Οκτώβριο του τρέχοντος έκλεισα 11 χρόνια στο εξωτερικό (της Ελλάδας). Σύμφωνα με τον νέο νόμο, μπορώ να πάω στο προξενείο και να πάρω πιστοποιητικό που θα με κάνει και επισήμως πια Έλληνα του εξωτερικού.

Χαίρομαι που ανήκω —και επισήμως πλέον— στους Έλληνες ομογενείς. Έχει άλλο χρώμα να είσαι μέρος αυτής της Ελληνικής ομάδας. Φυσικά, άλλο πράγμα να είσαι Έλληνας ομογενής στην Γερμανία, άλλο στην Αργεντινή και άλλο στην Ταϊλάνδη (γράφω «Ταϊλάνδη» διότι προχτές έβλεπα το πρώτο Εμμανουέλα). Στην Γερμανία υπάρχουν κοινότητες σε άμεση σύνδεση με την Ελλάδα, στην Αργεντινή υπάρχουν —φαντάζομαι— κοινότητες, αλλά αποκομμένες από την Ελλάδα (η απόσταση, το πλέον μη υπάρχον ρεύμα τροφοδότησης κ.α.), ενώ στην Ταϊλάνδη δε νομίζω να υπάρχουν καν κοινότητες. τουτέστιν ο Έλληνας ομογενής θα είναι ίσως σαν την καλαμιά στον κάμπο.

Η Ελλάδα από μακριά δημιουργεί σ' αυτόν που την άφησε είτε νωρίτερα είτε αργότερα μία πολύ βαθιά Sehnsucht. Καταρχήν, οι γονείς. Έπειτα, οι φίλοι, οι δάσκαλοι, οι διάφοροι άνθρωποι που άφησες μακριά. Έπειτα, το τοπίο, τα βουνά και οι πεδιάδες, οι αμμουδιές και οι θάλασσες που λαμπυρίζουν στον ήλιο, όλα αυτά που καθόρισαν τα οπτικά, ακουστικά, οσφρητικά, γευστικά και απτικά ερεθίσματα στα χρόνια της παιδικής ηλικίας και της πρώτης νεότητας. Στα πρώτα χρόνια του εξωτερικού η φόρα είναι μεγάλη κι έτσι, άλλες οι προτεραιότητες· σύντομα όμως κόβεται η φόρα και οι διάφορες αξίες παίρνουν νέα μεγέθη. Πρώτα πρώτα για τους ανθρώπους, συνειδητοποιείς ότι δεν είναι αιώνιοι, και ότι τους χάνεις ασχολούμενος με αυτά που θέλεις στο εξωτερικό. Θέλεις να τους ζεις, και όχι να τους φαντάζεσαι. Έπειτα συνειδητοποιείς ότι ούτε κι εσύ είσαι αιώνιος, και ότι τα βουνά, οι θάλασσες και οι κάμποι θα έπρεπε να είναι αυτά που πρέπει να βλέπεις, όχι όμως οποιαδήποτε, αλλά ακριβώς εκείνα που πρωτοείδες όταν ήσουν παιδί.

Καθώς λοιπόν κόβεται η φόρα, τρεις νέοι παράγοντες εμφανίζονται: η αδράνεια, τα πρακτικά ζητήματα και οι νέοι άνθρωποι τους οποίους γνώρισες και αγάπησες εκεί που βρίσκεσαι.

Η αδράνεια, νομίζω, είναι προφανής, δεν χρειάζεται να την αναλύσουμε. Καθένας έχει την τάση να διατηρεί την κατάσταση στην οποία βρίσκεται.

Τα ρπακτικά (πήγα να γράψω πρακτικά και έγιναν σχεδόν αρπακτικά) ζητήματα είναι εκείνα που καλούνται από την λογική: σκέφτεσαι «εδώ έχω μια δουλειά» —αν έχεις— «που δεν θα μπορούσα να κάνω στην Ελλάδα», σκέφτεσαι «εδώ η γραφειοκρατία είναι μικρότερη, ενώ στην Ελλάδα θα με αδικούσε και θα με ταλαιπωρούσε», σκέφτεσαι «εδώ αν πάθω κάτι, ξέρω ότι δεν θα χαθώ, ενώ στην Ελλάδα αν δεν έχω κάποιον γιατρό insider ή λεφτά για να πληρώνω σε κλινικές ή φακελάκια, είμαι χαμένος». Ομολογώ ότι για μένα, αυτά τα τρία ζητήματα τίθενται με εκθετικώς αύξουσα προτεραιότητα —βέβαια, αν η δουλειά στο εξωτερικό είναι τόσο πολύ ικανοποιητική, τότε βαραίνει κι αυτός ο παράγοντας αναλόγως. Η δουλειά —έστω και μη ικανοποιητική— κάπως βρίσκεται, η γραφειοκρατία κάπως αντέχεται, αλλά η Δαμόκλειος σπάθη της έλλειψης ιατρικής περίθαλψης είναι κάτι που θέλει πολύ θάρρος ή αφέλεια. Επίσης, στην εργασία τίθεται και το θέμα της ευθύνης: υπάρχουν —άν υπάρχουν— και κάποιοι που σε εμπιστεύτηκαν και περιμένουν κάποια πράγματα από σένα.

Επίσης, πολύ σημαντικός είναι και ο παράγοντας σχέση. Φυσικά, παντού μπορείς να βρεις ανθρώπους που να αγαπήσεις και να σε αγαπήσουν. Όμως αν στη δουλειά υπάρχει η δυνατότητα να σιγουρέψεις μία πριν αφήσεις κάποια άλλη, στο θέμα της σχέσης κάτι τέτοιο θα αναιρούσε κάθε έννοια έρωτα. Θα ήταν ανάρμοστο, ανεύθυνο ως και χυδαίο. Εκεί λοιπόν εγκαταλείπεις κάποιον με προορισμό το άγνωστο, παίρνεις το ρίσκο σου, όμως ασχέτως του αν βρεις κάποιον ή όχι, υπάρχει εδώ πάντα ένα έλλειμμα: η σκέψη ότι έχεις προδώσει κάτι. Προσοχή: δεν γράφω κάποιον· κάτι.

Δεν ξέρω αν θα γυρίσω κάποτε στην Ελλάδα. Αν ανήκα στην γενιά που παίρνει σύνταξη, θα έλεγα, το αργότερο στην σύνταξη, αλλά μάλλον δεν θα πάρω. Βλέπω πως όσοι γύρισαν, κάπου βολεύτηκαν (αυτό σημαίνει πως πληρώνονται, άρα είναι καλό, όμως βολεύτηκαν, άρα και κακό). Επίσης βλέπω ότι οι περισσότεροι από όσους γύρισαν και είναι ευχαριστημένοι, είναι Ελληνάρες, ενώ όσοι είναι δυσαρεστημένοι είναι μάλλον κοσμοπολίτες. Από την άλλη, η Ελλάδα αναπτύσσεται γοργότερα από τις Ευρωπαϊκές χώρες, αυτές έχουν ήδη φτάσει πολύ ψηλά, κι άλλη ανάπτυξη, δεν γίνεται. Όλα θα κριθούν από το ζήτημα της εργασίας και της σχέσης. Ενδιαφέρον πάντως έχει η άποψη μιας φίλης, που μου είπε πως σκέφτομαι έτσι, διότι μένω εδώ που μένω. Αν έμενα στην Ελλάδα, μου λέει ότι θα άλλαζαν κατά πολύ τα κριτήριά μου, και πως θα ήμουν μάλλον δυσαρεστημένος. Δεν το γνωρίζω· ίσως έχει δίκιο.