Tag Archives: κριτική

Νεόπλουτοι της γνώσης

Ζώντας στο διπλό περιβάλλον των μαθηματικών και της μουσικής παρατηρώ μια περίεργη αντινομία: ενώ στον χώρο των μαθηματικών (όπου το λάθος είναι αντικειμενικά λάθος), όχι τα φοιτητούδια, καθηγητές μεγάλοι και τρανοί δείχνουν σεβασμό και συμπάθεια σε συναδέλφους που μπορεί να έκαναν λάθη ή να μην εξέφρασαν σωστά την σχετική ύλη στα κείμενα ή τις διαλέξεις τους (διότι μόνο όποιος εργάζεται κάνει λάθη και αστοχίες), στο χώρο της μουσικής (όπου θα έπρεπε να είναι κάποιος πολύ προσεκτικότερος στις δηλώσεις του, καθώς όλοι ξέρουμε ότι η ιστορία γελοιοποίησε και τους βλοσυρότερους κριτικούς) και συγκεκριμένα των Ελλήνων μουσικών, όχι μόνο οι επαγγελματίες, αλλά φοιτητές, μαθητές, άνεργοι και άεργοι μουσικοί, πρώην μουσικοί εκφραζόμενοι με τρόπο που μόνο καλλιέργεια δεν δείχνει κρίνουν και κατακρίνουν όχι τον μουσικό του ωδείου της γειτονιάς (που ούτε τη μισή εμπειρία του στο επάγγελμα δεν έχουν), αλλά προσωπικότητες του χώρου με διεθνή εμβέλεια.

Γιατί το κάνουν; Ίσως ξέχασαν να πάρουν την τέχνη τους σοβαρά και θέλουν να κάνουν πλάκα. Ίσως βαρέθηκαν την τέχνη τους και δεν είναι ικανοί για κάτι άλλο. Ίσως η τέχνη τους τους βαρέθηκε, κι έτσι έχουν πολύ χρόνο για ανοησίες. Ίσως να θέλουν να πουλήσουν μούρη στους αδαείς. Ίσως όμως —το χειρότερο— να πιστεύουν αυτά που λένε.

Για τι άτομα πρόκειται; Δεν αποκλείεται να είναι άτομα προερχόμενα από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, που δεν είχαν την τύχη να μετέχουν υψηλής παιδείας στο σπίτι, ούτε όμως και τα διαθέσιμα χρήματα για να πληρώσουν ακριβούς δασκάλους (ας μην το κρύβωμε άλλωστε, «ο θέλων μουσικήν μαθείν», μας λέει ο Χρυσάφης ο Νέος, «θέλει [...] δουκάτα εις τας χείρας»). Έμαθαν ό,τι έμαθαν από δω κι από κει, με φτηνούς δασκάλους, χάρη στην αγάπη τους για την τέχνη αυτή αλλά και στο ταλέντο τους, πάντα όμως με πολύ κόπο, αυτοδίδακτοι —και το παινεύονται (όπως κάποιοι λέν «αυτοδημιούργητος!...» χτυπώντας το στέρνο με την γροθιά). Και ανεβαίνοντας τα σκαλιά, αντί να ταπεινωθούν (όπως θα ήταν το φυσικό, καθώς «όσο μεγαλώνει ο κύκλος της γνώσης, τόσο περισσεύουν τα σημεία επαφής με το Άγνωστο»), μετατρέπονται σε νεόπλουτους της γνώσης, ξεχνώντας από πού ήρθαν, σνομπάροντας τους δασκάλους και τα σχολεία όπου έμαθαν τα λίγα που έμαθαν και κρίνοντας αυτό που ούτε είναι αλλά και ούτε θα γίνουν.

Ίσως όμως να είναι και άτομα που απλά δεν ξέρουν την τύφλα τους. Τους δόθηκε η ευκαιρία να βρεθούν δίπλα σε γίγαντες και μέθυσαν από την λίγη δόξα που τους έλαχε έστω και μεταβατικά, τους χάιδεψαν τα αυτιά κάποιοι αετονύχηδες και πήραν τα μυαλά τους αέρα, βρέθηκαν πρώτοι στο χωριό και νόμισαν ότι είναι και στην πόλη, είναι εξ ιδιοσυγκρασίας άτομα ζηλιάρικα, ίσως ένα, ίσως δύο, ίσως όλα μαζί.

Σκέφτομαι ώρες ώρες το μέλλον τους. Σε τριάντα τριανταπέντε χρόνια που θα αποχωρούν από την σκηνή (την όποια σκηνή). Άλλοι εικοσπεντάρηδες και τριαντάρηδες κριτές και τιμητές των πάντων θα εκφράζονται με ακόμη χυδαιότερα λόγια (τότε) για τους μεγάλους της εποχής τους (οι τωρινοί δεν θα ανήκους στους τελευταίους, διότι αν ήταν να γίνουν μεγάλοι, δεν θα είχαν την πολυτέλεια να μην ασχολούνται με την τέχνη τους —την δική τους τέχνη). Ας ευχηθούμε ο Θεός να δώσει φώτιση και ταπείνωση στα αερισμένα τους μυαλά.

Και ας κλείσουμε την σημερινή ανάρτηση με το Μάθημα του Χρυσάφη:

Ο θέλων μουσικήν μαθείν και θέλων επαινείσθαι
θέλει πολλάς υπομονάς, θέλει πολλάς ημέρας,
θέλει καλόν σωφρονισμόν και φόβον του Κυρίου,
τιμή προς τον διδάσκαλον, δουκάτα εις τας χείρας,
τότε να μάθει ο μαθητής και τέλειος να γένει

Improvisation Electronique II

Όπως λέει ο τίτλος, το έργο είναι ένας ηλεκτρονικός αυτοσχεδιασμός (ο δεύτερος). Η λέξη «Improvisation» δεν ξέρω αν εννοείται κυριολεκτικά, ίσως όμως να εννοεί ότι το έργο έγινε απλώς γρήγορα χωρίς πολλά πολλά προσχέδια και αναθεωρήσεις. Αυτό θα δικαιολογούνταν από την απλή, σχεδόν διάφανη δομή του (με το «διάφανη» εννοώ ότι δίνει την εντύπωση —τουλάχιστον σε μένα— ότι η συνθετική σκέψη είναι αναγνώσιμη μέσω της μουσικής).

Το έργο διαρκεί 5' 53'' και αποτελείται από δυο καθαρά ξεχωριστές ενότητες.Η πρώτη (2' 31'') αποτελείται από ήσυχα τόξα μουσικών φράσεων από μακρείς φθόγγους σε διάφορες φωνές, τους περισσότερους μαλακούς και αρκετούς τζιζάτους. Οι τζιζάτοι συνιστούν πού και πού παρενοχλήσεις στα τόξα. Στο μέσον του τρίτου λεπτού ξεκινά μέσα από την πρώτη ενότητα ένας παλμός που δίνει το έναυσμα στην δεύτερη. Αυτή συνιστά αντίθεση στην στατική πρώτη ενότητα με τον συνεχή παλμό, τους εκατοντάδες μικρούς ήχους της και τον χορευτικό χαρακτήρα της. Γράφω «χορευτικό» διότι μου δίνει την εντύπωση (δίνει την εντύπωση, απλώς) ότι η ενότητα αυτή έχει παραχθεί από ψηφιακή παραμόρφωση ενός λαϊκού χορού. Σ' αυτό δεν με οδηγεί μονάχα η γρήγορη και ισορυθμική κίνηση αλλά και το γεγονός ότι το μπάσο κινείται αργά και παλινδρομικά σε διαστήματα τρίτης μικρής προσδίδοντας σχέση τονικής / παράλληλης τονικής. Μετά από δύο ή τρεις αρμονικές παλινδρομήσεις το κομμάτι τελειώνει προς το τέλος του έκτου λεπτού.

Η βασική ιδέα του κομματιού στη μακροδομή του είναι η αντίθεση που παρουσιάζεται με τις 2 ενότητες. Αργές λιτές φράσεις / γρήγορα πολύπλοκα ρυθμικά σύννεφα. Έλλειψη ρυθμικού χτύπου / ισορρυθμία. Το συνεκτικό στοιχείο είναι τα ηχοχρώματα: οι ήχοι στην 2η ενότητα είναι και πάλι μαλακοί και τζιζάτοι, κι έτσι διατηρείται μια συγγενική σχέση με την πρώτη ενότητα.

Πρόκειται σίγουρα για ένα χαριτωμένο κομμάτι ηλεκτρονικής μουσικής. Έπρεπε όμως να προσεχτεί περισσότερο. Κατά τη γνώμη μου, αν είχε δουλευτεί με περισσότερη επιμέλεια (=χρόνος, κόπος, αφοσίωση κτλ.) θα μπορούσε να είναι κάτι παραπάνω από χαριτωμένο. Η πρώτη ενότητα, αν και καλοφτιαγμένη, δεν μας λέει κάτι περισσότερο από μια σπουδή του συρμού με αργούς ήχους. Τα τόξα είναι μεν μια χαρά, αλλά είναι και κλισέ (όχι ως τόξα, αλλά αυτά τα τόξα). Οι παρενοχλήσεις δεν φαίνεται να δουλεύτηκαν αρκετά, έχουν κυρίως περιστασιακό χαρακτήρα, έπρεπε να είχε γίνει κάτι παραπάνω μ' αυτές, πιστεύω.

Το πέρασμα, αντιθέτως από την 1η στη 2η ενότητα είναι ίσως το καλύτερο σημείο του κομματιού: σύντομο, κατανοητό και αποτελεσματικό.

Η 2η ενότητα μας εισάγει σε νέα δωμάτια με τον αντιθετικό χαρακτήρα της, σύντομα όμως καταντάει ένα συνθετικό παιχνίδι, που αρχικώς έχει πλάκα και στη συνέχεια γίνεται προβλέψιμο. Η παλινδρόμηση κλείστηκε στον εαυτό της. Δεν γέννησε τίποτε καινούριο, απλώς έλαβε χώρα και τελείωσε. Επίσης διάφορα νέα στοιχεία εμφανίζονται που όμως και αυτά δεν εξελίσσονται. Μου δίνει την εντύπωση ότι ο συνθέτης, όπως κι εγώ, ο ακροατής, αρχικώς διασκέδασε με το υλικό που προέκυψε και μετά βαρέθηκε ή κουράστηκε και το σταμάτησε το παιχνίδι. Κρίμα, διότι πρόκειται για πολύ αξιόλογο υλικό.

Και ας έρθω και στο τέλος της 2ης ενότητας: όταν ακούω ρυθμικές ενότητες με επαναλαμβανόμενα στοιχεία αναρωτιέμαι πάντα πώς θα την τελειώσει ο συνθέτης. Υπάρχουν πολλοί τρόποι: άλλοι τις σταματούν απότομα, άλλοι τις οδηγούν σε μια κόντα, άλλοι τις καταστρέφουν, άλλοι κάνουν fade out. Ο Δημήτρης την βούλιαξε. Σίγουρα πρωτότυπο (για μένα), αν και —για να είμαι ειλικρινής— περίμενα κάτι πιο δύσκολο.

Συνολικά για το έργο αυτό θα έλεγα ότι ο Δημήτρης δεν ακολούθησε τον κανόνα του Πάβιτς, ο οποίος ναι μεν εκφράστηκε για την λογοτεχνία, ισχύει όμως κατά τη γνώμη μου για όλες τις τέχνες: το μυθιστόρημα θα πρέπει να είναι πιο έξυπνο από τον συγγραφέα του. Στην προκειμένη περίπτωση, νιώθω ότι πίσω από την Improvisation Electronique II βρίσκεται ένας έξυπνος δημιουργός που όμως δεν έδωσε τον καλύτερο εαυτό του.

Το κομμάτι μπορείτε να το ακούσετε από την επίσημη σελίδα του Δημήτρη.

Μαρωνίδη Κριτική

Με τον Δημήτρη τον Μαρωνίδη δεν είμαστε και τίποτε κολλητάρια. Έχουμε όμως πολλά κοινά. Καταρχήν, και οι δύο, ασ' 'σ' ον Πόντον. Κατά δεύτερον, είμαστε συνθέτες. Κατά τρίτον, μάθαμε την υψηλή αυτήν τέχνη με τον ίδιο δάσκαλο, τον Κώστα τον Σιέμπη (με τ' όνομα). Και κατά τέταρτον, λατρεύουμε την ηλεκτρονική μουσική.

Εδώ τελειώνουν οι ομοιότητες, και αρχίζουν κάποιες μεγάλες διαφορές. Δεν θα τις απαριθμήσω κι αυτές, διότι άρχισα να βαριέμαι. Ας μπω λοιπόν στο ψητό.

Ο Δημήτρης ο Μαρωνίδης, λοιπόν, μου είχε δώσει —αν θυμάμαι καλά— τον Μάρτιο του 2006 ένα πακέτο με έργα του, παρτιτούρες και δύο συδί, για να τα κοιτάξω και να του πω δυο πραγματάκια. Δυστυχώς, όμως, είχε πέσει σε άσχημη περίοδο, τουτέστιν, δεν είχα καθόλου χρόνο. Η έλλειψη χρόνου κορυφώθηκε πριν 1 μήνα με την πτυχιακή εξέταση, και τώρα, μπορεί να έχω πολύ λίγο περισσότερο χρόνο, όμως έχω περισσότερη όρεξη (μην την ξεχνάμε κι αυτήν).

Πριν μερικές μέρες λοιπόν, έβαλα το ένα από τα δύο συδί στη φωτιά κι έτσι άκουσα για πρώτη φορά μουσική του Δημήτρη... Καλή φάση. [Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι τα τελευταία χρόνια δεν είχα ακούσει σχεδόν καθόλου μουσική —λέτε να έχασα επεισόδια;] Και προτίθεμαι να τα σχολιάσω όλα, ένα ένα. Και φυσικά, όλον αυτόν τον κόπο δεν θα τον κρατήσω κρυφό, θα δημοσιευτεί όπως όλες οι δουλειές μου. Στο μπλογκ ετούτο. Στα άγια ετούτα bytes...

Ας σοβαρευτούμε! Θα προσπαθήσω να είμαι δίκαιος. Δεν θα εκμεταλλευτώ την γνωριμία μας (που συνεπάγεται αντοχή στην σκληρή κριτική). Ούτε θα κολακέψω, δεν αρμόζει σε έναν επαγγελματία. Η γνώμη θα εκφραστεί και θα τεθεί και αυτή με την σειρά της σε όποια κριτική (τα σχόλια θα επιτρέπονται, τα βλακώδη σχόλια, θα καρατομούνται).