Tag Archives: αυτοσχεδιασμός

Improvisation Electronique II

Όπως λέει ο τίτλος, το έργο είναι ένας ηλεκτρονικός αυτοσχεδιασμός (ο δεύτερος). Η λέξη «Improvisation» δεν ξέρω αν εννοείται κυριολεκτικά, ίσως όμως να εννοεί ότι το έργο έγινε απλώς γρήγορα χωρίς πολλά πολλά προσχέδια και αναθεωρήσεις. Αυτό θα δικαιολογούνταν από την απλή, σχεδόν διάφανη δομή του (με το «διάφανη» εννοώ ότι δίνει την εντύπωση —τουλάχιστον σε μένα— ότι η συνθετική σκέψη είναι αναγνώσιμη μέσω της μουσικής).

Το έργο διαρκεί 5' 53'' και αποτελείται από δυο καθαρά ξεχωριστές ενότητες.Η πρώτη (2' 31'') αποτελείται από ήσυχα τόξα μουσικών φράσεων από μακρείς φθόγγους σε διάφορες φωνές, τους περισσότερους μαλακούς και αρκετούς τζιζάτους. Οι τζιζάτοι συνιστούν πού και πού παρενοχλήσεις στα τόξα. Στο μέσον του τρίτου λεπτού ξεκινά μέσα από την πρώτη ενότητα ένας παλμός που δίνει το έναυσμα στην δεύτερη. Αυτή συνιστά αντίθεση στην στατική πρώτη ενότητα με τον συνεχή παλμό, τους εκατοντάδες μικρούς ήχους της και τον χορευτικό χαρακτήρα της. Γράφω «χορευτικό» διότι μου δίνει την εντύπωση (δίνει την εντύπωση, απλώς) ότι η ενότητα αυτή έχει παραχθεί από ψηφιακή παραμόρφωση ενός λαϊκού χορού. Σ' αυτό δεν με οδηγεί μονάχα η γρήγορη και ισορυθμική κίνηση αλλά και το γεγονός ότι το μπάσο κινείται αργά και παλινδρομικά σε διαστήματα τρίτης μικρής προσδίδοντας σχέση τονικής / παράλληλης τονικής. Μετά από δύο ή τρεις αρμονικές παλινδρομήσεις το κομμάτι τελειώνει προς το τέλος του έκτου λεπτού.

Η βασική ιδέα του κομματιού στη μακροδομή του είναι η αντίθεση που παρουσιάζεται με τις 2 ενότητες. Αργές λιτές φράσεις / γρήγορα πολύπλοκα ρυθμικά σύννεφα. Έλλειψη ρυθμικού χτύπου / ισορρυθμία. Το συνεκτικό στοιχείο είναι τα ηχοχρώματα: οι ήχοι στην 2η ενότητα είναι και πάλι μαλακοί και τζιζάτοι, κι έτσι διατηρείται μια συγγενική σχέση με την πρώτη ενότητα.

Πρόκειται σίγουρα για ένα χαριτωμένο κομμάτι ηλεκτρονικής μουσικής. Έπρεπε όμως να προσεχτεί περισσότερο. Κατά τη γνώμη μου, αν είχε δουλευτεί με περισσότερη επιμέλεια (=χρόνος, κόπος, αφοσίωση κτλ.) θα μπορούσε να είναι κάτι παραπάνω από χαριτωμένο. Η πρώτη ενότητα, αν και καλοφτιαγμένη, δεν μας λέει κάτι περισσότερο από μια σπουδή του συρμού με αργούς ήχους. Τα τόξα είναι μεν μια χαρά, αλλά είναι και κλισέ (όχι ως τόξα, αλλά αυτά τα τόξα). Οι παρενοχλήσεις δεν φαίνεται να δουλεύτηκαν αρκετά, έχουν κυρίως περιστασιακό χαρακτήρα, έπρεπε να είχε γίνει κάτι παραπάνω μ' αυτές, πιστεύω.

Το πέρασμα, αντιθέτως από την 1η στη 2η ενότητα είναι ίσως το καλύτερο σημείο του κομματιού: σύντομο, κατανοητό και αποτελεσματικό.

Η 2η ενότητα μας εισάγει σε νέα δωμάτια με τον αντιθετικό χαρακτήρα της, σύντομα όμως καταντάει ένα συνθετικό παιχνίδι, που αρχικώς έχει πλάκα και στη συνέχεια γίνεται προβλέψιμο. Η παλινδρόμηση κλείστηκε στον εαυτό της. Δεν γέννησε τίποτε καινούριο, απλώς έλαβε χώρα και τελείωσε. Επίσης διάφορα νέα στοιχεία εμφανίζονται που όμως και αυτά δεν εξελίσσονται. Μου δίνει την εντύπωση ότι ο συνθέτης, όπως κι εγώ, ο ακροατής, αρχικώς διασκέδασε με το υλικό που προέκυψε και μετά βαρέθηκε ή κουράστηκε και το σταμάτησε το παιχνίδι. Κρίμα, διότι πρόκειται για πολύ αξιόλογο υλικό.

Και ας έρθω και στο τέλος της 2ης ενότητας: όταν ακούω ρυθμικές ενότητες με επαναλαμβανόμενα στοιχεία αναρωτιέμαι πάντα πώς θα την τελειώσει ο συνθέτης. Υπάρχουν πολλοί τρόποι: άλλοι τις σταματούν απότομα, άλλοι τις οδηγούν σε μια κόντα, άλλοι τις καταστρέφουν, άλλοι κάνουν fade out. Ο Δημήτρης την βούλιαξε. Σίγουρα πρωτότυπο (για μένα), αν και —για να είμαι ειλικρινής— περίμενα κάτι πιο δύσκολο.

Συνολικά για το έργο αυτό θα έλεγα ότι ο Δημήτρης δεν ακολούθησε τον κανόνα του Πάβιτς, ο οποίος ναι μεν εκφράστηκε για την λογοτεχνία, ισχύει όμως κατά τη γνώμη μου για όλες τις τέχνες: το μυθιστόρημα θα πρέπει να είναι πιο έξυπνο από τον συγγραφέα του. Στην προκειμένη περίπτωση, νιώθω ότι πίσω από την Improvisation Electronique II βρίσκεται ένας έξυπνος δημιουργός που όμως δεν έδωσε τον καλύτερο εαυτό του.

Το κομμάτι μπορείτε να το ακούσετε από την επίσημη σελίδα του Δημήτρη.