Μικρές Ιστορίες

Πρωτοετής

Δεν του άρεσε το φαγητό. Θυμήθηκε τον πατέρα του που τού ’λεγε «όταν πεινάς, σ’ αρέσουν όλα». Πεινούσε. Ήταν όμως και η πρώτη φορά που μαγείρευε. Σιγά σιγά θα μάθαινε. Άλλωστε, είχε έρθει για να σπουδάσει. Όχι μόνο μιαν επιστήμη, αλλά και τη ζωή τού να μένεις μόνος, να είσαι ανεξάρτητος και υπεύθυνος. Το μαγείρεμα ανήκε στα βασικά, και «τα βασικά» όφειλε να τα κατέχει.

Είχε τρεις μέρες που τον είχε αφήσει μόνον ο πατέρας του. Ήρθαν μαζί στη Θεσσαλονίκη για να βρουν σπίτι, έπιπλα και τα σχετικά. Αφού βολεύτηκε με τα απολύτως απαραίτητα —γραφείο, δύο καρέκλες, ντιβάνι-κρεββάτι, μια μικρή βιβλιοθήκη και μία ντουλάπα— ο πατέρας του τον άφησε για να γυρίσει στην κωμόπολη όπου είχε το μαγαζί του. Από τότε δεν κάθησε αργός: επισκέφτηκε τη σχολή όπου πέρασε, τη βιβλιοθήκη, έκανε βόλτες στην πόλη, στη γειτονιά του, και επισκέφτηκε και δύο μουσεία, το αρχαιολογικό και το βυζαντινό.

Είχε ενθουσιαστεί μόνο και μόνο με την ιδέα τού να μένεις μόνος σε μια μεγάλη πόλη: τα μαγαζιά, οι πολλοί άνθρωποι, η ανωνυμία, η γνώση, η διασκέδαση και γενικώς οι δυνατότητες. Αυτά δίναν ένα εκρηκτκό κοκτέιλ σε συνδυασμό με την ιδιωτικότητα που τώρα είχε πλήρως. Μάλλον, σχεδόν πλήρως. Γιατί όπως είχε διαπιστώσει ήδη από τις πρώτες μέρες, οι τοίχοι επέτρεπαν στο ροχαλητό τού αποδίπλα και το ρέψιμο του παραδίπλα να τον νανουρίζουν ή να του ανοίγουν την όρεξη αντίστοιχα. Βέβαια, οι «τοίχοι» δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα και για τα αγκομαχητά της αποπάνω, που —σχεδόν κάθε βράδυ— τον βύθιζαν σε μάλλον ευχάριστες φαντασιώσεις. Ήθελε να την γνωρίσει, αλλά όταν είδε τον τύπο που έμπαινε στο διαμέρισμά της —έναν φουσκωτό με ολοστρόγγυλο ξυρισμένο κεφάλι, άλλαξε γνώμη· το γούστο της τον απογοήτευσε.

Στην πολυκατοικία εκείνη έμενε κάθε καρυδιάς καρύδι: ένας άνεργος (ο αποδίπλα), ένας μπαρμπαφοιτητής (ο παραδίπλα), μια εργάτρια σε φαστφουντάδικο (η αποπάνω), ένας αφρικανός εργάτης και άλλοι, τους οποίους δεν είχε ούτε για λίγο γνωρίσει. Όλοι ήταν κλεισμένοι στον κόσμο τους. Μόνο ο μπαρμπαφοιτητής φάνηκε υπέρ το δέον φιλικός και τον πλησίασε, αλλά αυτός προσποιήθηκε πως βιάζεται όταν άρχισε ν’ ακούει για πάλη, τάξεις και σύστημα. Δεν είχε μεν ξεκαθαρισμένη πολιτική άποψη αλλά ούτε ήθελε να γίνει αντικείμενο προπαγάνδας. Ήθελε να γλεντήσει την φοιτητική του ζωή, να πάει καλά στις σπουδές του, να κάνει φίλους.

Το αντικείμενο των σπουδών του τού άρεζε, αν και δεν τον ενθουσίαζε, αλλά ήταν κοινωνικώς χρήσιμον και εγγυώταν «σίγουρη επαγγελματική αποκατάσταση». Η τελευταία δεν τον απασχολούσε και τόσο, ιδιαιτέρως τώρα που άρχιζε τις σπουδές του. Όταν όμως έμπαινε στην γκαρσονιέρα του που ήταν δίπλα σ’αυτήν του ανέργου (ο οποίος παρεμπιπτόντως ήταν γύρω στα δέκα χρόνια μεγαλύτερός του), τον απασχολούσε κομμάτι. Στην πολυκατοικία εκείνη αισθανόταν περαστικός, τού ήταν αδιανόητο ότι θα μπορούσε να μείνει εκεί ως την ηλικία του γείτονά του. Ούτε το να δουλέψει σε φαστφουντάδικο. Ίσως περαστικά, κατά τη διάρκεια των σπουδών του, για να βγάλει ένα χαρτζιλίκι, αλλά ως εκεί. Μετά, είχε έτοιμη θέση στο γραφείο τού θείου του που ήταν εργολάβος, κι έπειτα θ’ άνοιγε δικό του. Αλλά τώρα δεν τα σκεφτόταν αυτά. Περίμενε ν’αρχίσουν οι παραδόσεις, να γυρίσει στα αμφιθέατρα το πρωί και τα Σαββατοκύριακα στις ταβερνούλες της παλιάς πόλης. Και κυρίως, να βρει γκόμενες, να κάνει έρωτα.

Μολονότι δεκαοκτάρης, δεν είχε και πολλή πείρα στο θέμα. Σε μια μικρή κωμόπολη δεν είχε και πολλά περιθώρια κινήσεως, άσε δε που έμενε και με τους γονείς του. Ο πατέρας του όλο και ήθελε να τον ψαρέψει, να τον «καθοδηγήσει», αλλά αυτός δεν τον άφηνε να μάθει τίποτε για την ερωτική του ζωή. Ούτε για τους φίλους του μιλούσε ποτέ με τους γονείς του, άλλωστε είχε ελάχιστους. Ως άριστος μαθητής, ασχολούνταν τον περισσότερο καιρό με τα μαθήματα. Τώρα όμως, τα μαθήματα μπορούσαν να περιμένουν λίγο. Είχε αποφασίσει να περάσει καλά, όχι να μην διαβάζει, αλλά να κάνει κι άλλα πράγματα. Οι γονείς του τού είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη, κι έτσι ήταν απαλλαγμένος από κάθε έλεγχο, έστω και εξ αποστάσεως.

Μ’ αυτές τις σκέψεις άφησε το άδειο από το άνοστο φαγητό πιάτο του στη σωρό που είχε μαζευτεί στο νεροχύτη. Είχε εντυπωσιαστεί με την ταχύτητα με την οποία στοιβάζονταν τα άπλυτα σκεύη. «Αύριο», σκέφτηκε, «αύριο θα τα πλύνω», άλλωστε δεν είχε και άλλα για να λερώσει.

Άραξε στον καναπέ κι έπιασε ένα χάρτη της πόλης. Από τότε που έφυγε ο πατέρας του για την κωμόπολη επισκεφτόταν κάθε μέρα —μόνος— και μια καινούρια περιοχή. Είχε επισκεφτεί τα Λαδάδικα και την Καλαμαριά. Στην τελευταία, του κακοφάνηκε που δεν είχε παρέα. Αλλά «οι πτήσεις» ήταν απλώς αναγνωριστικές. Σήμερα το βράδυ θα έβγαινε με τον ξάδερφο. Δεν επρόκειτο για την καλύτερη συντροφιά του κόσμου, αλλά θα ήταν μια ευχάριστη εναλλαγή.

Ο ξάδερφος ήταν ο γιος του θείου του, τού εργολάβου. Ήταν μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη και τελειωμένος πολιτικός μηχανικός. Σπάνια συναντιούνταν οικογενειακώς, αλλά δεν είχαν κακές σχέσεις. Μάλλον ουδέτερες, προς το θετικό. Ο ξάδερφος πάντως, τού ήταν πάντα βαρετός. Τον θεωρούσε ρηχότατο άτομο, αλλά στις δουλειές καταφερτζή και επαγγελματικώς προκομμένο.

Έψαχνε στο χάρτη να βρει μια περιοχή που θα ήθελε οπωσδήποτε να δει. Δυσκολεύτηκε να βρει κάτι που δεν είδε τις τελευταίες τρεις μέρες. Μετά από μερικά λεπτά αναζήτησης, πήρε το χάρτη με τη μεγαλύτερη κλίμακα. Εκεί βρισκόταν η λύση: έξω από τη Θεσσαλονίκη, στα απειράριθμα προάστια, στο περιθώριο του χάρτη. Άλλωστε ο ξάδερφος είχε αυτοκίνητο και θα ήταν κρίμα να μην το εκμεταλλευόντουσαν. Να πήγαιναν σε κάποιο ουζερί στον Χορτιάτη βλέποντας το Θερμαϊκό από ψηλά ή να κατευθύνονταν προς τα χωριά δίπλα στο δάσος του Σέιχ-Σου, Ασβεστοχώρι, Φίλυρο; Έριξε μια ματιά στο περιοδικό με τη λίστα των εκδηλώσεων της πόλης.

Αυτός βασικά ήθελε να πάει στο θέατρο δάσους για να δει τους Τρώες, αλλά στον ξάδερφο δεν άρεζαν θέατρα και συναυλίες· η μόνη του διασκέδαση ήταν το φαΐ και το σεξ. Και καθώς το σεξ με τον ξάδερφο δεν το διανοείτο, κατέληξε στο φαΐ. Ο Χορτιάτης τού φάνηκε ως η καλύτερη λύση: ψηλά, ήσυχα, γραφικά.

Άφησε τους χάρτες στην άκρη και αναρωτήθηκε τι θα μπορούσε να κάνει μέχρι το βράδυ που θα ερχόταν ο ξάδερφος. Ήθελε να δουλέψει, να κουραστεί, ώστε να χαρεί περισσότερο την βραδινή έξοδο. Θυμήθηκε πως αύριο δεν θα είχε καθαρό βρακί να φορέσει, έπρεπε σήμερα να πάει τα ρούχα για πλύσιμο. Ναι, αλλά πού; Δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν ένα μαγαζί με πλυντήρια εκεί κοντά, συνεπώς έπρεπει να ρωτήσει. Χτύπησε το κουδούνι του διπλανού του. Περίμενε μισό λεπτό χωρίς απάντηση. Παρατηρούσε το ξεθωριασμένο επίθετό του σ’ ένα κιτρινισμένο αυτοκόλλητο πάνω στην πόρτα. Προφανώς έλειπε. Γύρισε για να χτυπήσει το κουδούνι του άλλου διπλανού, του «μπαρμπαφοιτητή». Από την γκαρσονιέρα ερχόταν σιγανή μουσική χέβι μέταλ. Ήταν σίγουρα μέσα, αλλά δε σήκωσε καν το χέρι του να κτυπήσει. Ο μπαρμπαφοιτητής επιζητούσε την γνωριμία του και να κάνει κήρυγμα, και αυτός δεν ήθελε να του δώσει αφορμές.

Αντ’ αυτού ανέβηκε τις σκάλες στον δεύτερο όροφο και πήγε ίσια στο δωμάτιο τής κοπέλας που έμενε ακριβώς από πάνω του. Τού άρεζε ως γυναίκα, αλλά όταν σκεφτόταν το καμπύλο κτήνος πάνω της, την αντιπαθούσε βαθιά. Δεν χτύπησε το κουδούνι, παρά δυο φορές την πόρτα με το χέρι. «Τελευταία προσπάθεια» αναλογίστηκε, «μετά θα ψάξω κόνος μου». Ευχήθηκε να λείπει κι’ αυτή. Τον ενοχλούσε να τρέχει από πόρτα σε πόρτα. Ξαφνικά άκουσε ένα «ποιος είναι;» μες απ’ το δωμάτιο. Τι να έλεγε; Τ’ όνομά του; Ή ν’ άρχιζε ολόκληρη ιστορία ότι μόλις πριν μέρες μετακόμισε και ψάχνει για πλυντήριο; «Να σας ρωτήσω κάτι θέλω, είμαι από τον πρώτο όρ...». Η πόρτα άνοιξε και είδε το πρόσωπο της κοπέλας γεμάτο απορία. Ξανάρχισε: «Μένω στον πρώτο και μετακόμισα πριν μερικές μέρες. Θέλω να πλύνω τα ρούχα μου και δεν ξέρω πού έχει πλυντήρια. Οι γείτονές μου λείπουν και είπα να ρωτήσω εσάς.»

Την κοιτούσε στα μάτια. Η απορία της κοπέλας διασκεδάστηκε και του είπε πού ακριβώς να πάει: «Μόλις βγεις και πας δεξιά, στο τρίτο στενό αριστερά έχει κάτι πλυντήρια». Μόλις η κοπέλα τελείωσε τη φράση της, έκανε για λίγο πως αναπαριστούσε τη διαδρομή με το μυαλό του, ενώ το μάτι του περιφερόταν στο δωμάτιο, όσο μπορούσε να δεί έξω απ’ την πόρτα. Το δωμάτιό της ήταν καρμπόν το δικό του, ακόμα και η διαρρύθμιση ήταν όμοια —δεν υπήρχαν και πολλές εναλλακτικές για έναν χώρο 4x4 με το παράθυρο και την μπαλκονόπορτα στο ίδιο μέρος. Το βλέμμα του έπεσε σε μια καρέκλα, όπου ήταν κρεμασμένα μερικά καλσόν και μια ρόμπα. Στο σημείο εκείνο τελείωσε την δήθεν αναπαράσταση λέγοντας «Μάλιστα. Ευχαριστώ πολύ». Η κοπέλα χαμογέλασε λέγοντας «τίποτα» κι έκλεισε την πόρτα.

Τι βλακείες έκανε; Πήγε να ρωτήσει κάτι και δεν άκουσε τίποτα. Τώρα έπρεπε να ψάξει μόνος του ή να ρωτήσει κάποιον άλλον. Κατέβηκε στο δωμάτιό του, πήρε τις δυο σακκούλες με τ’ άπλυτα και βγήκε έξω. Σταμάτησε έξω απ’ το ψιλικατζίδικο και ρώτησε για πλυντήρια. Ο ιδιοκτήτης τού απάντησε πως δε μένει εκεί και δε γνωρίζει, όμως η πελάτης του, μία κυρία με γυαλιά γύρω στα 45, τού είπε με εξαιρετικά πολλές λεπτομέρειες πού βρίσκονται. Μόλις έσκυψε να σηκώσει τις σακούλες του για να πάει εκεί, αυτή ήρθε ως την πόρτα του μαγαζιού και επανέλαβε τα πάντα από την αρχή. Αυτός σταμάτησε πάλι να την ακούσει, κι έπειτα τράβηξε το δρόμο του.

Στα πλυντήρια μετάνιωσε που δεν πήρε κάτι μαζί του να διαβάσει, γιατί το πλύσιμο θα κρατούσε τουλάχιστον μία ώρα. Θα μπορούσε, βέβαια, να φύγει και να έρθει μετά, αλλά δεν ήξερε κανέναν απ’ αυτούς που περίμεναν ώστε να τους εμπιστευτεί την φύλαξη των βρακιών του. Όπως και νά ’χει, δεν ήθελε να γίνει ρεζίλι με το να τον κλέψουν από τις πρώτες μέρες στην πόλη λόγω απροσεξίας του.

Πετάχτηκε στο απέναντι περίπτερο και πήρε μια εφημερίδα. Ήταν μια καλή λύση. Ήταν η πρώτη φορά που έπαιρνε εφημερίδα για τον εαυτό του, και του άρεσε, ένιωθε μεγάλος. Πήρε όμως άλλη γεύση όταν κάθησε και την άνοιξε. Το κύριο θέμα ήταν η εκπαιδευτική μεταρρύθιση στα πανεπιστήμια. Στην εφημερίδα υπήρχε και μια συνέντευξη του υπουργού. Στα μεγάλα μαύρα γράμματα που βάζουν ανάμεσα στις φωτογραφίες και το κείμενο διάβασε: «Ο χρόνος σπουδών θα μειωθεί δραστικά», «θα σταματήσει το φαινόμενο των αιώνιων φοιτητών», «Οι φοιτητές θα βγαίνουν πιο καταρτισμένοι και παραγωγικοί στην κοινωνία». Δεν είχε σκοπό να μείνει αιώνιος φοιτητής, αλλά το όλο κλίμα τον ενόχλησε.

Γύρισε σκεφτικός στο σπίτι. Οι σακούλες με τα υγρά ρούχα ήταν τώρα πιο βαριές. Τα άπλωσε στο μπαλκόνι να στεγνώσουν και το δωμάτιο μύρισε απορρυπαντικό. Αν ήταν τώρα στους γονείς του, θα έβλεπε τηλεόραση ή θ’ άκουγε μουσική. Τώρα δεν μπορούσε να κάνει τίποτε απ’ τα δύο· τις συσκευές θα τις έφερναν με την δεύτερη επίσκεψη. Ήθελε να πάρει κάποιον φίλο τηλέφωνο, αλλά δεν είχε κανέναν στη Θεσσαλονίκη. Ο κολλητός του είχε περάσει στην Αθήνα.

Εκείνη την στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο. «Αυτός θα είναι!» σκέφτηκε, κι έτρεξε να το σηκώσει. Ήταν ο ξάδερφος. Ήθελε απλά να βρεθούν μια ώρα νωρίτερα, διότι θα ξεμπέρδευε πιο εύκολα με τις δουλειές του. Αφού κανονίστηκε, τηλεφώνησε στην κωμόπολη, στους γονείς τού φίλου του. Η μητέρα του τού έδωσε το τηλέφωνο στην Αθήνα, όπου και πήρε. Τον βρήκε. Χάρηκε πολύ. Ο φίλος του περνούσε θαυμάσια, είχε νοικιάσει ένα διαμέρισμα με συγκάτοικο έναν πρωτοετή απ’ την ίδια σχολή, πολύ καλό παιδί, γίναν κιόλας φίλοι. Αυτός ζήλεψε λίγο. Είπε κι αυτός ότι περνάει θαυμάσια. Ο φίλος τον κάλεσε να κατεβεί κανένα Σαββατοκύριακο στην Αθήνα κι’ αυτός είπε πως θα δει. Τον κάλεσε κι αυτός με τη σειρά του. Εκείνος δέχτηκε αμέσως, και είπε πως όταν είναι να παν κι οι δυο στην κωμόπολη θα περάσει να τον δει και να πάνε μαζί. «Τι θα κάνεις το βράδυ;» τον ρώτησε κι εκείνος είπε ότι θα βγαίναν με τον συγκάτοικο και κάτι γνωστές τού συγκατοίκου στην Πλάκα. Αυτός δεν είπε για τον εξάδελφό του. Αποχαιρετίστηκαν θερμά, και δώσαν ένα αόριστο ραντεβού.

Είχαν μείνει δύο ώρες για να βρεθεί με τον ξάδερφο. Δεν ήθελε να σκεφτεί ούτε την αποπάνω, ούτε να διαβάσει την εφημερίδα σχετικά με την εκπαιδευτική μεταρρύθιση. Άρχισε να πλένει τα πιάτα, και στη συνέχεια σφουγγάρισε το δωμάτιο κι έτριψε το μικροσκοπικό του μπάνιο. Η κούραση που του προκάλεσε το τελευταίο ήταν αντιστρόφως ανάλογη με το μέγεθός του. Τέλος συμμάζεψε, και κοίταξε γύρω: Το νοικοκυρεμένο διαμερισματάκι του τού ’δινε ένα αίσθημα ελέγχου και ασφάλειας. Πήρε ένα μυθιστόρημα και βγήκε στην υγρή ατμόσφαιρα του μπαλκονιού για να καθήσει στο καρεκλάκι.

Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Διάβαζε πολλές φορές την ίδια σελίδα ώσπου το παράτησε.

Σε λίγο ήρθε ο ξάδερφος. «Πού θέλεις να σε πάω;» τον ρώτησε. «Θα έλεγα έξω από τη Σαλονίκη, κατά το Χορτιάτη». «Έξω από τη Σαλονίκη, σύμφωνοι, αλλά τι να πάμε να κάνουμε στο Χορτιάτη; Ραδίκια θα μαζέψουμε;» αστειεύθηκε. Αυτός δεν γέλασε. «Άσε με να σε πάω εγώ σ’ ένα καλό φαγάδικο στην παραλία της Περαίας, να βλέπεις τη Σαλονίκη μπροστά σου φάτσα-κάρτα!» «Μα στο Χορτιάτη θα βλέπουμε όλο το Θερμαϊκό από ψηλά» ανταπάντησε αυτός· «και στα χαμηλά καλά είναι, θα δεις» είπε τελικά ο ξάδερφος, και σηκώθηκε από το ντιβάνι παίζοντας τα κλειδιά στο αριστερό του χέρι.

Μπήκαν στ’ αυτοκίνητο και κίνησαν για Περαία. Στο εστιατόριο έβλεπε από το τραπέζι την πόλη λουσμένη σε πολύχρωμα λαμπυρίζοντα φωτάκια, άλλα κινούμενα κι άλλα ακίνητα. Ο εξάδελφός μιλούσε ασταμάτητα, σα να είχε καταπιεί κασέτα. Έλεγε για γκόμενες, για δουλειές, για γλέντια και κάτι χοντροκομμένες φάρσες. Το δικό του χαμόγελο έβγαινε βεβιασμένο ενώ ο ξάδερφος ξεκαρδιζόταν με τα αστεία του. Τον ευχαρίστησε που θα του είχαν διαθέσιμη δουλειά στο γραφείο, μάλιστα πριν καν τελειώσει τις σπουδές του —αν ήθελε. «Έλα μωρέ», είπε ο ξάδερφος, «γιατί να τη δώσουμε σ’ έναν ξένο; Ας έρθει πρώτα εκείνη η στιγμή, και μετά μας λες ‘ευχαριστώ’» είπε, και κατέβασε ένα ποτήρι ρετσίνα.

Στο γυρισμό ο ξάδερφος πρότεινε να μην τον γυρίσει έτσι στο σπίτι, αλλά να τον πάει και μια βόλτα με το αμάξι. «Στο Πανόραμα πήγες;» «Όχι», «Έ, τότε ας πάμε μια βόλτα».

Αυτός φοβόταν ατύχημα από τον ξάδερφο που τα είχε ψιλοπιεί, αλλά δεν του είπε τίποτα. Οδήγησε για το Πανόραμα μέσω Θέρμης. «Εδώ χτίζουν βίλλες οι λεφτάδες· αλλά στο Πανόραμα είναι ακόμη καλύτερα. Εκεί θα χτίσουμε κι εμείς από του χρόνου». Γύρισε και τον κοίταξε: «εννοώ για μας, όχι για πελάτες. Γι’ αυτούς χτίζουμε ήδη εδώ και χρόνια». Φτάνοντας στο Πανόραμα σταμάτησε το αυτοκίνητο σ’ ένα σημείο απ’ όπου μπορούσαν να δουν από ψηλά την πόλη. «Να» τού είπε, «ψηλά ήθελες, ορίστε!». Τού έδειχνε μια μια τις επαύλεις εκεί κοντά και τού διηγούνταν ποιος έμενε εκεί, μαζί με την ιστορία του κι ένα σωρό κουτσομπολιά. Μετά έβαλε μπρος λέγοντας: «Άντε να τελειώσεις τις σπουδές σου, να κάνεις και το στρατιωτικό, να σε πάρουμε στο γραφείο, να μάθεις τη δουλειά. Θα βγάλεις πολλά φράγκα και θα ’ρθεις να μείνεις κι εσύ εδώ, στο Πανόραμα, σε μονοκατοικία με δύο αυτοκίνητα και δικό σου γκαράζ.

Το αμάξι άρχισε να κατηφορίζει προς τη Θεσσαλονίκη. Πίσω από τα υποσχόμενα φώτα που λαμπύριζαν κρυβόταν ο τεράστιος σκοτεινός όγκος της πόλης. Τα λόγια του ξαδέρφου αντηχούσαν στο μυαλό του.

Τον άφησε έξω από την πόρτα του ισογείου στη Δαγκλή. Ο ξάδερφος τον είδε ν’ ανοίγει μουτρωμένος την πόρτα του ισογείου. «Και μη σε απασχολεί· εδώ είσαι περαστικός. Μετά τις σπουδές, όπως είπαμε, στρατός - δουλειά - Πανόραμα!»

Ο ξάδερφος είπε τις τελευταίες λέξεις κλείνοντας το μάτι. Έδωσε γκάζι και έστριψε στα κίτρινα φώτα τις Τσιμισκή. Αυτός ανέβηκε τις σκάλες και μπήκε στη γκαρσονιέρα. Δεν ακουγόταν ούτε το ροχαλητό του αποδίπλα, ούτε τα αγκομαχητά της αποπάνω. Ζέστανε το σούπα που μαγείρεψε το μεσημέρι κι άρχισε να τρώει πάλι. Εξακολουθούσε να μην του άρεσει. Μέσα του τον τσιμούσε σαν αγκάθι η φράση «όταν πεινάς, σ’ αρέσουν όλα».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *