Mικρές Θρησκευτικές Ιστορίες

Τα μοναστήρια

Στον Διονύση Μπουκουβάλα

Οι καλόγεροι προχωρούσαν ώρες ολόκληρες μέσα στον καύσωνα. Είχαν διασχίσει μεγάλη απόσταση και τώρα βρίσκονταν σε ορεινή περιοχή, η οποία όμως παρόλο που ήταν πλούσια σε βλάστηση (θαμνώδη και δενδροειδή), δεν έδειχνε πουθενά ίχνη νερού, μια πηγούλα έστω. Τα αποθέματα τούς είχανε τελειώσει από ώρα, και η δίψα είχε αρχίσει να γίνεται ιδιαίτερα ενοχλητική. Μολαταύτα, οι καλόγεροι έδειχναν υψηλή αντοχή και τα σημάδια κοπώσεως, αν εξαιρούσες τον ιδρώτα στα πρόσωπά τους -ο οποίος, άλλωστε, οφειλόταν και στην ζέστη-, ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Το βήμα τους ήταν σταθερό και ταχύ. Η πορεία τους δεν έδειχνε αναποφασιστικότητα ως προς την κατεύθυνση. Κάποια στιγμή, καθώς πλησίασαν ένα σκιερό μέρος με δέντρα γύρω γύρω και πέτρες, όπου μπορούσε να καθίσει κανείς, ο ηγούμενος της ομάδας σταμάτησε, γύρισε προς τους υπολοίπους και είπε: " Ας κάνουμε μια στάση εδώ , να ξεκουραστούμε λιγάκι, κι έπειτα συνεχίζουμε ". Χωρίς να πούνε τίποτα οι μοναχοί, προφανώς συμφωνούντες με τον ηγούμενό τους, άφησαν τα σακίδια χάμω και κάθησαν να ξαποστάσουν. Όλοι ήταν κατάκοποι και κυρίως διψώντες, πλην όμως, καθώς αποφασισμένοι, στο μυαλό τους είχαν μόνο την στιγμή κατά την οποία θα κινούσαν και πάλι, για να συνεχίσουν την επίμονη πορεία τους. Ξάφνου η προσοχή όλων εστιάσθη σε ένα σημείο: ο πατήρ Αμφίδρομος, βρίσκοντας ένα μέρος που ήταν σαν βραχώδες παγκάκι, σαν εσοχή μέσα στους θάμνους, και καθήμενος εκεί, τοποθέτησε το χέρι του, προς ανάπαυση, σε πέτρα. Η πέτρα όμως εκινήθη δια μιας, και από κάτω της άρχισε να αναβλύζει είδός τι υγρού. Ο πατήρ Αμφίδρομος έκανε πέρα ξαφνιασμένος. Οι καλόγεροι σηκώθηκαν αυτομάτως μετα τού ηγουμένου τους και πλησίασαν στο σημείο. Δεν ήταν νερό. Ο ηγούμενος πλησίασε περισσότερο, και έσκυψε μυρίζοντάς το. Ναι, δεν ήταν νερό, και μύριζε σαν μήλο. Έβαλε το δάχτυλο στην πηγή, το έφερε στο στόμα και, όντως, " είναι χυμός μήλου " ψιθύρισε. Μια χαμηλής εντάσεως βοή, διαδόθηκε στην ομάδα τών καλογέρων, λόγω τής επαναλήψεως από τον καθένα, λέξεων εκ της προτάσεως τού ηγουμένου. Θεωρήθηκε από όλους ως θαύμα και, αφού κόρεσαν την δίψα τους, σημάδι, πως σ' εκείνο το σημείο έπρεπε να σταματήσουν, να κτίσουν μοναστήρι και να κατασκευάσουν αντλίες, ούτως ώστε να συλλέγουν τον χυμό τής πηγής χωρίς να χάνεται σταγόνα, και να τον διανέμουν δωρεάν - στο όνομα τού Κυρίου - στα γύρω χωριά. Έτσι κι έγινε. Επίσης, με την πάροδο τού χρόνου, ανακαλύφθηκαν σε άλλα μέρη κοντά σ' αυτό, και άλλες πηγές, από τις οποίες ανάβλυζαν άλλα είδη χυμών, όπως πορτοκαλιού, ή γκρέιπ-φρουτ. Αναλόγως, εκτίσθησαν και τα αντίστοιχα μοναστήρια, και ποτέ οι μοναχοί δεν παρέλειψαν την περισυλλογή και την διανομή τού δώρου αυτού, το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν σταμάτησε να δίνεται.

[γράφτηκε μεταξύ 2000 και 2001]

Τέτρης

Στη Σοφία μου

Το πρωτάθλημα του Τέτρης είχε αρχίσει πανηγυρικώς. Χιλιάδες άνθρωποι μπροστά στους δέκτες τους περίμεναν με αγωνία να σπάσουν καινούρια ρεκόρ. Ο καινούριος υπολογιστής εναντίον του οποίου θα έπαιζαν οι παίκτες ήταν έτοιμος, οι δε παίκτες γνωστοί και μη εξαιρετέοι. Είχε έρθει ο Περόνης, που έκανε πως τάχα χάνει και την τελευταία στιγμή όταν πια η οθόνη είχε γεμίσει, καθάριζε τις σειρές στο πιτς φιτίλι αφήνοντας όλους με κομμένη την ανάσα. Ήταν παρούσα η Αληκτώ, που έπαιζε εντελώς χαοτικά, και όμως δεν έχανε ποτέ! Εκεί ήταν και το Δαιμόνιο, που η ταχύτητα των δακτύλων του μπέρδευε μέχρι και κρουπιέρη, μέχρι και παπατζή. Και μαζί μ' αυτούς πολλοί άλλοι, παλαίμαχοι του κλάδου και νέα φυντάνια, προφέσορες του είδους και πειραματιστές αβανγκαρντίστες.

Όλοι είχαν έρθει για να μετρηθούν με το Monstrum. Είχε εννέα επεξεργαστές και νευρωνικά δίκτυα που ανέλυαν την συμπεριφορά κάθε παίκτη από την πρώτη φορά που είχε αγγίξει το τζόιστικ ως το τελευταίο δευτερόλεπτο του τρέχοντος παιχνιδιού. Είχε προγραμματιστεί να βρίσκει τάχιστα το αδύνατο σημείο του παίκτη και να σημαδεύει εκεί χωρίς χρονοτριβές. Σ' αυτούς που το δοκίμασαν πριν βγει στο κουρμπέτι είχε προκαλέσει απύθμενο δέος (και υπαρξιακά προβλήματα).

Ο κόσμος βρισκόταν σε έξαψη με το πρωτάθλημα. Ήταν το πρώτο θέμα στα καφενεία και στις καφετέριες. Τα δελτία ειδήσεων ασχολούνταν συνέχεια με τα κουτσομπολιά σχετικώς με τα προσωπικά των παικτών. Οι κυράτσες με τα μπιγκουτί και τις μαντίλες στα μπαλκόνια και στους ακάλυπτους μ' αυτό ξεκινούσαν τη μέρα τους στις συζητήσεις. Ως και η Βουλή είχε αναβάλει κάποιες σημαντικές συνεδριάσεις, διότι προβλεπόταν ότι θα έλειπαν πολλοί βουλευτές λόγω του πρωταθλήματος. Τα δε παιδιά, είχαν λιώσει να παίζουν στους υπολογιστές και τα κινητά τους (οι δάσκαλοι και οι δασκάλες είχαν πάρει εγκύκλιο να κάνουν τα στραβά μάτια όσο διαρκούσε το πρωτάθλημα).

Και το πρωτάθλημα άρχισε! Κι όμως... Τι απογοήτευση! Η δύναμη του Monstrum έναντι αυτής των παικτών ήταν ασύμμετρα πελώρια. Τα νέα φυντάνια και οι προφέσορες έφυγαν νύχτα από τις πίστες. Οι πειραματιστές κάπου στην αρχή το σάστισαν, αλλά και αυτούς τους έκανε γρήγορα κουμάντο. Οι παλαίμαχοι άντεξαν κάπως παραπάνω, αλλά κι αυτοί πήραν τα παπούτσια στο χέρι.

Ο κόσμος είχε τρομάξει. Πολλοί ένιωθαν ηλίθιοι απέναντι στην ακατανίκητη ιδιοφυία του μηχανήματος. Άλλοι το έβριζαν και το καταριούνταν. Άλλοι άρχισαν να φιλοσοφούν για το ρόλο της μηχανής και του ανθρώπου. Και άλλοι έκαναν χρυσές δουλειές με τα σπόρια και τα αναψυκτικά.

Οι ελπίδες είχαν στραφεί στα τρία ταλέντα που προαναφέραμε. Το Δαιμόνιο τον προκάλεσε. Το Monstrum το κυνηγούσε αλύπητα, στο κέντρο, αριστερά, δεξιά, στις στροφές, πάνω, κάτω, στο ίσιωμα, στα πηγάδια· δεν το έπιανε. Κάποια στιγμή όμως το Δαιμόνιο λύγισε. Έπεσε σε μια άνανδρη παγίδα, και το Monstrum το αποδεκάτισε χωρίς χασομέρι.

Η Αληκτώ βάσταξε γενναία. Το είχε νευριάσει το Θηρίο. Και τι δεν τού κανε... Από δω το βάραγε, από κει το έτρεχε, το Mostrum είχε αφρίσει απ' το κακό του. Τελικά έπεσε πάνω της με όλη του την λύσσα και την έπνιξε. Αποχώρησε από το κοντρόλ οργισμένη. «Μην το αφήσεις στα πεδινά» ψιθύρισε του Περόνη, «οδήγησέ το στο τούνελ και κόψε τις ουρές του από τα μέσα!» τον συμβούλεψε. Ο Περόνης έγνεψε και κάθισε μπροστά στο μόνιτορ σοβαρός.

Δεν καθόταν καλύτερα σπίτι του... Μέχρι να πεις κύμινο είχε χάσει και δεν ήξερε από πού τού είχε έρθει!... Χειρότερα και από ατζαμή την έπαθε. Ντροπιασμένος εγκατέλειψε τη σάλα και πήγε για διαλογισμό.

Ο κόσμος τα είχε χαμένα... Τι είχε γίνει; Ήταν όλοι άχρηστοι; Η εποχή του ανθρώπου είχε τελειώσει; Κι όμως, στα εργαστήρια του Monstrum άνοιγαν σαμπάνιες... Μήπως ήταν καιρός να αφήσουν όλοι αυτά που ήξεραν και να παν να δουλέψουν για το Monstrum; Μήπως αυτό ήταν το μέλλον;

Ξαφνικά έγινε κάτι ασύλληπτο. Άνοιξαν οι ουρανοί και Άγγελος Κυρίου κατέβηκε φτερωτός με ρομφαία στο δεξί χέρι. Κάθισε στο Monstrum και το προκάλεσε. Αυτό άρχισε να φτύνει τις τετράδες του με το γνωστό πια ακατάσχετο ρεύμα του. Όμως ο Άγγελος δεν ετρόμαζε. Με μια ειρηνική αλλά και πεισματάρικη απλότητα αντιμετώπιζε στωικά τη χειμαρρώδη χολή του Τέρατος, λύγιζε αλλά ξανασηκωνόταν, και όσοι έβλεπαν στην τηλεόραση ή τις γιγαντοοθόνες το θαύμα, ένιωθαν σα να ήξεραν από παλιά την ξεχασμένη αυτή τεχνική, σαν να την είχαν μάθει από παιδιά και σιγά σιγά την εγκατέλειψαν... Το παιχνίδι του Αγγέλου δεν ήταν μόνο έξυπνο και τεχνικό, ήταν όμορφο στην απλότητά του, ήταν ανίκητο στην αφέλειά του, ήταν γλυκό καθώς η μνήμη όλων το ανακαλούσε. Και εκεί το Monstrum δεν μπόρεσε. Όλοι είχαν αρχίσει ξανά να χαίρονται...

9-11-2010

One thought on “Mικρές Θρησκευτικές Ιστορίες

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *