Θεσσαλονίκη και Θεσσαλονικείς

Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που αγαπώ πολύ. Πέρασα εκεί τα πρώτα μου φοιτητικά χρόνια, στον—δικό μου—κόσμο της μουσικής και των φίλων και έχω αναμνήσεις σε κάθε γωνιά. Την φρεσκάδα αυτών των χρόνων προσπάθησα να αποτυπώσω στο ομώνυμο κομμάτι που μοιάζει με ένα μόμπιλε που δονείται από τον άνεμο.

Την τελευταία φορά που πήγα (Φεβρουάριος/Μάρτιος 2010) απογοητεύτηκα πάρα πολύ. Όχι βέβαια από την πόλη, αλλά από τους κατοίκους της. Ήταν αδύνατο να περάσουμε με το καροτσάκι του μωρού από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο λόγω αποκλεισμού από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα ώστε έπρεπε να βγούμε στο δρόμο μαζί με τα αυτοκίνητα, η πόλη ήταν πνιγμένη στο σκουπίδι, ο υδραυλικός είχε έρθει 3 φορές για να διορθώσει μια βρύση που έσταζε, ο υπάλληλος της συντήρησης θέρμανσης είχε συνδέσει το καλώδιο του λέβητα με μια πρίζα ώστε όταν ανάβουν τα φώτα να γίνεται βραχυκύκλωμα. Υπήρχε βέβαια η καλή διάθεση. Αλλά χανόταν στην αναποτελεσματικότητα και στο γενικό χάος που υπήρχε.

Και τότε—στα 90—υπήρχε χάος. Θυμάμαι τον εαυτό μου αρκετές φορές να γυρνάει σπίτι από το κέντρο με τα πόδια το μεσημέρι λόγω ασφυξίας στα λεωφορεία. Θυμάμαι ταξιτζή να μην με πηγαίνει στο αεροδρόμιο γιατί «δεν είχε πτήση». Θυμάμαι καταστάσεις απείρου κάλλους μεταξύ σεβασμίων γερόντων στα λεωφορεία. Θυμάμαι σκηνές απύθμενης ασχήμιας από φοιτητές την ώρα του μεσημεριανού φαγητού στη λέσχη. Το χάος δεν ήρθε τώρα τελευταία. Πάντοτε υπήρχε και όσοι μπορούσαν να το δουν, το έβλεπαν. Απ' αυτούς, όσοι δεν το άντεχαν, έφυγαν.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *