Monthly Archives: July 2009

C and octave

Yesterday I tried to compute explicitly some probabilities for a stochastic process relevant to my dissertation about Xenakis and Stockhausen.

At first I tried GNU octave, a high level language for solving mathematical problems. I was quite content computing the probabilities at depth 1 and 2 of the process. Then, at depth 3, it was calculating... I waited almost 40 minutes and then decided to rewrite the programme in C. I wrote it, I compiled it, I ran it and I had the result in a 5'20'' (execution time) while octave was still calculating...

Of course, it is easier to write a programme in octave in order to solve usual mathematical problems (system solving, ODEs) than in mere C, but C with the GNU Scientific Library offers a nice (and very fast) programming "environment" as well.

Here I must admit that the programme was written very fast and badly (without saving middle results, which had to be recomputed at each step when needed). But nevertheless, this comparison says much about the speed of C.

[Then I tried to calculate the probabilities for depth 4 with C; as I expected: 8.5 hours. Bad algorithm. I have to save all middle results and do some calculating preparations (initial results) before the main algorithm...]

xfig with LaTeX fonts

This is for me, to remember:

First solution:

  1. Put in the LaTeX document:
    \usepackage{color}
  2. Start xfig with

    xfig -specialtext -latexfonts -startlatexFont default
  3. Put the text you want in LaTeX code
  4. Save and export als "LaTeX picture"
  5. Input from the LaTeX document with
    \input exported.latex

Result: Some slopes will not be exact and the patterns are missing.

For the best result there is the second solution:

  1. Put in the LaTeX document:

    \usepackage{color}

    \usepackage{epsfig}
  2. Start xfig with

    xfig -specialtext -latexfonts -startlatexFont default
  3. Put the text you want in LaTeX code
  4. Save and export als "Combinded PS/LaTeX (both parts)"
  5. Be sure to have the LaTeX document in the same directory as the pstex_t and pstex files.
  6. Input from the LaTeX document with
    \input exported.pstex_t

That's it!

op.27/2

Μόλις έπαιξα την op27/2, γνωστή και ως Sonata quasi una Fantasia, και περισσότερο γνωστή με τον καθαρευουσιάνικο τίτλο της «Σονάτα υπό το Σεληνόφως». Αποκάλυψη. Ε να, αυτά είναι κλασικά, τα παίζεις 1000 φορές, τα ακούς άλλες 1000 (όσο τα παίζεις εννοώ, βαριέμαι να ακούω άλλους μουσικούς) και δεν τα χορταίνεις ποτέ.

Τι να πρωτοπεί κανείς γι' αυτό το έργο, ό,τι και να πει κανείς, λίγο θα 'ναι. Βλασφημία θα ναι να το παίζει κανείς δημοσίως. Το κοινό θα πρέπει να αποτελείται το πολύ από 1 άτομο, τον ή την πιανίστα και τέρμα.

Το πρώτο μέρος κινείται κει κάπου στην Άβυσσο την ανθρώπινης ψυχής, από πολύ μέσα όμως. Το δεύτερο, παιχνίδι, κόλπα και τσαχπινιά (αν είναι δυνατόν μετά το πρώτο! και όμως... είναι). Στο δε τρίτο, η οργανική μουσική έχει ξεφύγει αφήνοντας τις γραμμές της φωνητικής έτη φωτός πίσω. Αποκάλυψη να το πούμε, έκσταση να το πούμε, έκρηξη να το πούμε, είπαμε, ό,τι και να το πούμε δεν το φτάνουμε.

Μάθετε ρε να παίζετε ένα μουσικό όργανο! «Πολιτισμός, ρε!»

LyX

Ίσως κάποιοι να αναρωτιέστε πώς γράφει ο Δροσέλτης το διδακτορικό του. Θα σας το πω. Για το διδακτορικό μου θέλω το καλύτερο τυπογραφικό αποτέλεσμα. Συνεπώς το LaTeX (Λάτεχ, για τους νεοφώτιστους) επιβάλλεται, δεν τίθεται ζήτημα.

Πού να γράφουμε όμως απευθείας σε LaTeX τώρα στα γεράματα... Ευτυχώς υπάρχει το LyX: What you see is what you mean, γράφε εσύ, και όλα τα αναγκαία τα αναλαμβάνει το LyX και βάζει από κάτω το LaTeX να δουλεύει.

Εδώ η ιστοσελίδα αυτού του αριστουργήματος της πρακτικής πληροφορικής.

ΟΝΑΡ IV

Είδα σήμερα ένα περίεργο όνειρο. Ήμουν στο Βερολίνο και είχα μια δουλειά κάπου να κάνω. Βρέθηκε όμως ένα κενό χρόνου και είπα να πάω μια βόλτα.

Αρχικώς ήμουν με το ποδήλατο και μετά με τα πόδια. Σιγά σιγά βρέθηκα σε γνωστή περιοχή: ήμουν στο Prenzlauer Berg, στην Pappelallee και θα έβγαινα στην Stargarder.  Αποφάσισα να πάω προς τα δεξιά και να μπω αριστερά στην Lychener, καθώς εκεί ήμουν κάποτε συχνά.

Ξαφνικά βρέθηκα σε ένα μέρος που δεν το είχα δει ποτέ. Είχε ήλιο, αλλά θα πρέπει να ήταν χειμώνας γιατί όλοι φορούσαμε παλτά. Είδα ένα κτίσμα που έφερε την επιγραφή PONTIKER και αμέσως κατάλαβα ότι επρόκειτο για σπίτι του Ποντιακού Συλλόγου. Στο ίδιο κτίσμα υπήρχαν και άλλα —ίσως ποντιακά— μαγαζιά: ένα γραφείο ταξιδίων και ένα σούπερ μάρκετ / καφέ. Στο πεζοδρόμιο είχε και ένα δυο τραπεζάκια όπου κάποιοι πίναν καφέ (το κρύο δεν ήταν πολύ δυνατό).

Προσπαθούσα να βγάλω φωτογραφία την επιγραφή PONTIKER με το κινητό για να την δείξω στους συγγενείς μου, αλλά μια έβγαινε πολύ μικρή και μακριά, μια δεν έβγαινε, κάποια στιγμή ζούμαρα και τα κατάφερα.

Μπήκα μέσα στο καφέ / σούπερ μάρκετ (αυτό είχε την επιγραφή PONTIKER) και έριξα μια ματιά. Έψαξα για τα γραφεία του συλλόγου αλλά δεν βρήκα κάτι. Ρώτησα την γκαρσόνα στα ελληνικά πού είναι ο σύλλογος και μου είπε πως δεν υπάρχει κάτι τέτοιο.

Βγήκα έξω. Σε ένα τραπεζάκι καθόταν ένας μεσήλιξ με άσπρα μαλλιά και γένεια και μιλούσε με μια γυναίκα. Ρώτησα. Με ρώτησε γιατί τον ψάχνω. Είπα ότι θέλω να δω τα αρχεία, το οπτικοακουστικό υλικά, τα περιοδικά κτλ. να μάθω για τις ρίζες μου. Ήρθαν άλλες 2 γυναίκες στο τραπεζάκι και ο τύπος, με το που άκουσε την απάντησή μου, άρχισε να γελάει ασταμάτητα. «Γιατί γελάτε;» τον ρώτησα, αλλά αυτός δεν απάντησε γιατί γελούσε συνέχεια. Υποψιάστικα ότι ήθελε να μου πει πως ο σύλλογος δεν ήταν τόσο οργανωμένος για να έχει αυτά που έψαχνα.

Νεόπλουτοι της γνώσης

Ζώντας στο διπλό περιβάλλον των μαθηματικών και της μουσικής παρατηρώ μια περίεργη αντινομία: ενώ στον χώρο των μαθηματικών (όπου το λάθος είναι αντικειμενικά λάθος), όχι τα φοιτητούδια, καθηγητές μεγάλοι και τρανοί δείχνουν σεβασμό και συμπάθεια σε συναδέλφους που μπορεί να έκαναν λάθη ή να μην εξέφρασαν σωστά την σχετική ύλη στα κείμενα ή τις διαλέξεις τους (διότι μόνο όποιος εργάζεται κάνει λάθη και αστοχίες), στο χώρο της μουσικής (όπου θα έπρεπε να είναι κάποιος πολύ προσεκτικότερος στις δηλώσεις του, καθώς όλοι ξέρουμε ότι η ιστορία γελοιοποίησε και τους βλοσυρότερους κριτικούς) και συγκεκριμένα των Ελλήνων μουσικών, όχι μόνο οι επαγγελματίες, αλλά φοιτητές, μαθητές, άνεργοι και άεργοι μουσικοί, πρώην μουσικοί εκφραζόμενοι με τρόπο που μόνο καλλιέργεια δεν δείχνει κρίνουν και κατακρίνουν όχι τον μουσικό του ωδείου της γειτονιάς (που ούτε τη μισή εμπειρία του στο επάγγελμα δεν έχουν), αλλά προσωπικότητες του χώρου με διεθνή εμβέλεια.

Γιατί το κάνουν; Ίσως ξέχασαν να πάρουν την τέχνη τους σοβαρά και θέλουν να κάνουν πλάκα. Ίσως βαρέθηκαν την τέχνη τους και δεν είναι ικανοί για κάτι άλλο. Ίσως η τέχνη τους τους βαρέθηκε, κι έτσι έχουν πολύ χρόνο για ανοησίες. Ίσως να θέλουν να πουλήσουν μούρη στους αδαείς. Ίσως όμως —το χειρότερο— να πιστεύουν αυτά που λένε.

Για τι άτομα πρόκειται; Δεν αποκλείεται να είναι άτομα προερχόμενα από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, που δεν είχαν την τύχη να μετέχουν υψηλής παιδείας στο σπίτι, ούτε όμως και τα διαθέσιμα χρήματα για να πληρώσουν ακριβούς δασκάλους (ας μην το κρύβωμε άλλωστε, «ο θέλων μουσικήν μαθείν», μας λέει ο Χρυσάφης ο Νέος, «θέλει [...] δουκάτα εις τας χείρας»). Έμαθαν ό,τι έμαθαν από δω κι από κει, με φτηνούς δασκάλους, χάρη στην αγάπη τους για την τέχνη αυτή αλλά και στο ταλέντο τους, πάντα όμως με πολύ κόπο, αυτοδίδακτοι —και το παινεύονται (όπως κάποιοι λέν «αυτοδημιούργητος!...» χτυπώντας το στέρνο με την γροθιά). Και ανεβαίνοντας τα σκαλιά, αντί να ταπεινωθούν (όπως θα ήταν το φυσικό, καθώς «όσο μεγαλώνει ο κύκλος της γνώσης, τόσο περισσεύουν τα σημεία επαφής με το Άγνωστο»), μετατρέπονται σε νεόπλουτους της γνώσης, ξεχνώντας από πού ήρθαν, σνομπάροντας τους δασκάλους και τα σχολεία όπου έμαθαν τα λίγα που έμαθαν και κρίνοντας αυτό που ούτε είναι αλλά και ούτε θα γίνουν.

Ίσως όμως να είναι και άτομα που απλά δεν ξέρουν την τύφλα τους. Τους δόθηκε η ευκαιρία να βρεθούν δίπλα σε γίγαντες και μέθυσαν από την λίγη δόξα που τους έλαχε έστω και μεταβατικά, τους χάιδεψαν τα αυτιά κάποιοι αετονύχηδες και πήραν τα μυαλά τους αέρα, βρέθηκαν πρώτοι στο χωριό και νόμισαν ότι είναι και στην πόλη, είναι εξ ιδιοσυγκρασίας άτομα ζηλιάρικα, ίσως ένα, ίσως δύο, ίσως όλα μαζί.

Σκέφτομαι ώρες ώρες το μέλλον τους. Σε τριάντα τριανταπέντε χρόνια που θα αποχωρούν από την σκηνή (την όποια σκηνή). Άλλοι εικοσπεντάρηδες και τριαντάρηδες κριτές και τιμητές των πάντων θα εκφράζονται με ακόμη χυδαιότερα λόγια (τότε) για τους μεγάλους της εποχής τους (οι τωρινοί δεν θα ανήκους στους τελευταίους, διότι αν ήταν να γίνουν μεγάλοι, δεν θα είχαν την πολυτέλεια να μην ασχολούνται με την τέχνη τους —την δική τους τέχνη). Ας ευχηθούμε ο Θεός να δώσει φώτιση και ταπείνωση στα αερισμένα τους μυαλά.

Και ας κλείσουμε την σημερινή ανάρτηση με το Μάθημα του Χρυσάφη:

Ο θέλων μουσικήν μαθείν και θέλων επαινείσθαι
θέλει πολλάς υπομονάς, θέλει πολλάς ημέρας,
θέλει καλόν σωφρονισμόν και φόβον του Κυρίου,
τιμή προς τον διδάσκαλον, δουκάτα εις τας χείρας,
τότε να μάθει ο μαθητής και τέλειος να γένει

Δωρεάν(;) σίτιση

Αν και δεν ασχολούμαι με τα της Ελλάδας, θα αναφερθώ σ' αυτό, διότι μου είναι ακόμα έντονες οι αλήστου μνήμες εικόνες από τους τόννους φαγητού που πετιούνταν κάθε μέρα στη φοιτητική λέσχη όταν ήμουν φοιτητής στη Θεσσαλονίκη.

Εισαγωγή γι' αυτούς που δεν ξέρουνε: το φαγητό στη λέσχη είναι (όπως μαθαίνω) ακόμα τζάμπα. Όχι μόνο οι φοιτητές, αλλά και άνθρωποι που εργάζονται (αλλά με μισθό πείνας) τρων στη λέσχη. Στα χρόνια μου (δεκαετία 90) το φαγητό σερβιριζόταν σε μεταλλικούς δίσκους, στις εσοχές των οποίων βρίσκονταν τα διάφορα εδέσματα (φαΐ, τυρί, γλυκό, σαλάτα κτλ.). Το φαγητό ήταν συνήθως κακής ποιότητας. Ακόμα χειρότερης ποιότητας ήταν το ήθος πολλών εστιαζόντων· θυμάμαι φίλο μου να παίρνει δεύτερο δίσκο για να φάει μόνο το γλυκό, διότι του είχε αρέσει. Τα υπόλοιπα, στον ιμάντα... Άλλοι πάλι έφτιαχναν εμετικές αηδίες με τα αποφάγια τους (τα ανακάτευαν, σβήναν τσιγάρα, κτλ.). Διάφοροι πάμφτωχοι περίμεναν απέξω να φαν κάτι (από τα αποφάγια που τους έλειπε το γλυκό).

Διαβάζω τώρα εδώ ότι την επόμενη χρονιά θα δοθεί «στήριξη στους άπορους φοιτητές του ΑΠαΘες». Και πως; 300 μαγαζιά θα παρέχουν «δωρεάν σίτιση, καφέδες και αναψυκτικά». Τι μαγαζιά; «κάθε είδους χώροι εστίασης και αναψυχής (εστιατόρια, φαστ-φουντ, καφετέριες, μπαρ, ζαχαροπλαστεία κ.ά.).». Πότε; «υπάρχει η δυνατότητα χρήσης της ταυτότητας σε καθημερινή βάση». Και η λέσχη; Δεν γίνεται κουβέντα στο άρθρο, ίσως θα λειτουργεί παράλληλα.

Το πρώτο περίεργο είναι ότι στο άρθρο αναφέρεται ότι «η κατανομή των καταστημάτων ανά φοιτητή θα γίνεται με τρόπο ώστε να μην επιβαρύνονται μόνο κάποια καταστήματα (π.χ. του κέντρου)». Μα απλήρωτα θα προσφέρουν τα φαγητά τα μαγαζιά; Ποιος κάνει σήμερα κάτι τέτοιο... Το «επιβαρύνονται» παραπέμπει μάλλον σε χαμηλότερες τιμές. Δηλ. το ταμείο (ποιο; του ΑΠαΘες; του κράτους; δεν γράφει ποιος) θα πληρώνει στον εστιάτορα ή ιδιοκτήτη μπαρ κάτι λιγότερο και αυτός θα δίνει την κανονική ποσότητα στον φτωχό φοιτητή; Ή θα κάνουν σκόντο και στις μερίδες; Και θα το καταπίνουν αυτό οι φοιτητές;

Πιστεύω πως θα ήταν καλύτερο για τους φτωχούς φοιτητές να λάμβαναν ένα ποσό μηνιαίως για να ψωνίζουν μόνοι τους από κάποιο φτηνό σούπερ μάρκετ και να μαγειρεύουν, έτσι ώστε να μην αισθάνονται μειονεκτικά, να μάθουν μαγειρική και να ξέρουν τι τρώνε. Το μηδενικό κόστος ενός αυτόματου εμβάσματος είναι λιγότερο από αυτό των ταυτοτήτων και του κουμάντου των συνεργαζόμενων μαγαζιών. Από την άλλη, το κόστος του ιδιωτικού μαγειρέματος είναι πολύ μικρότερο και η ποιότητα σαφώς ανώτερη (γι' αυτούς που ξέρουν να διαβάζουν και να μαθαίνουν, και οι φοιτητές τα ξέρουν αυτά). Και μαθαίνεις ένα σωρό πράματα περί νοικοκυριού.

Άρα ή βλακεία υπάρχει σε κάποιο κέντρο λήψης αποφάσεων, ή πονηριά.