Monthly Archives: April 2009

Βερολινέζικα Πάσχα 1998-2009

Τα πρώτα τέσσερα Πάσχα στο Βερολίνο τα έκανα στην ελληνική εκκλησία στο Στέγκλιτς (1998-2001). Στεκόμασταν όλοι οι φίλοι συνήθως έξω από την εκκλησία (μέσα είναι το αδιαχώρητο) και περιμέναμε να βγει ο παπάς για το «Χριστός Ανέστη». Μετά γινόταν σαματάς με τα βεγγαλικά και στη συνέχεια φεύγαν όλοι για τη μαγειρίτσα.

Κάποια στιγμή αυτό το σκηνικό έκανε τον κύκλο του μέσα μου. Δεν υπήρχε τίποτε το πνευματικό. Ούτε την λειτουργία μπορούσες να παρακολουθήσεις με τόσο κόσμο, ούτε και με τους φίλους να μιλήσεις έξω. Τότε ήταν που θεώρησα ότι το Βερολίνο προσφέρει ως πόλη μια μοναδική ευκαιρία σε έναν ορθόδοξο να δει πώς γιορτάζουν και οι άλλοι ορθόδοξοι την Ανάσταση.

Έτσι την άλλη χρονιά (2002) μετά από πρότασή μου πήγαμε εγώ, η ΕΔ και η ΧΔ στη ρωσική εκκλησία. Κανείς άλλος δεν ακολούθησε. Ωραίοι ύμνοι, αλλά συνέχεια έψαλναν το ίδιο. Ήταν λίγο βαρετό. Μετά το «Χριστός Ανέστη» όλοι έμεναν μέσα ήσυχα και ευλαβικά. Τα φαγητά που είχαν φέρει έξω προφανώς θα τα τρώγανε μετά το τέλος. Ε, μείναμε κι εμείς λίγο μέσα και μετά φύγαμε για το Terzo Mondo, όπου ήρθε ο ΜΒ με την γυναίκα του.

Το 2003 πρότεινα ρουμάνικη. Εκεί περισσότεροι δέχτηκαν την πρόταση (ο λόγος προφανής): η ΕΔ, η ΧΔ και η Ρουμάνα ΕΒ με τον φίλο της. Μια καθολική εκκλησία είχε παραχωρήσει τον χώρο της για την ρουμάνικη Ανάσταση. Η μουσική με εντυπωσίασε. Είχε στοιχεία γρηγοριανού μέλους, βυζαντινής και —αν θυμάμαι καλά— ρώσικης εκκλησιαστική μουσικής. Μετά, στο Άνω Κάτω.

Το 2004 με ΕΔ, ΕΜ και την φίλη του πήγαμε στη σέρβικη. Εκεί περίμενα να γίνει του Κουστορίτσα με το Χριστός Ανέστη. Τίποτα! Οι πιο ήσυχοι απ' όλους! Εμείς μετά το ΧΑ φύγαμε, και πάλι Άνω Κάτω.

Το 2005 με ΕΔ, ΚΤ και την φίλη του πήγαμε στη βουλγάρικη. Η μουσική δεν ήταν καλοτραγουδισμένη και είχα αρχίσει να βαριέμαι. Μετά το ΧΑ, τα ίδια, ευλάβεια, κατάνυξη και δεν κουνιόταν κουνούπι. Εμείς (ως σωστοί Έλληνες) φύγαμε.

Το 2006 πήγα με την ΕΔ στην κόπτικη (αιγυπτιακή) στο Λίχτενμπεργκ. Όσοι δεν είχαν έρθει, είχαν πραγματικά χάσει... Η μουσική τρομερά ενδιαφέρουσα. Πολύ λίγοι άνθρωποι, όλοι παρακολουθούσαν με ευλάβεια. Μας έδωσαν (που μας είδαν καινούριους) και το κείμενο σε χαρτί για να παρακολουθούμε: αραβικά (σε μετάφραση), λίγα γερμανικά και λίγα παραφθαρμένα ελληνικά. Ήταν λίαν συγκηνιτικό και μείναμε ως το τέλος. Μετά πήγαμε στις Ουσίες όπου βρήκαμε ΜΒ, ΠΠ και κάτι κορίτσια.

Το 2007 έσπασα την παράδοσή μου και πήγα με τον ΠΠ στην ελληνική. Τα ίδια που ήξερα: ορθοστασία έξω, κουβέντα, ΧΑ, βεγγαλικά, δρόμο. Πήγαμε με τον ΠΠ και ένα ζευγάρι στο σπίτι ενός τραγουδιστή στο Prenzlauer Berg όπου μας κέρασε μαγειρίτσα.

Το 2008 πήγα για πρώτη φορά μόνος μου. Κανείς δεν με ακολούθησε: στην ορθόδοξη συριακή εκκλησία της Αντιοχείας. Τους έκανε όλους εντύπωση που ως Έλληνας δεν πήγα στην ελληνική. Γνωρίστηκα με τον ιερέα και διαφόρους ανθρώπους πριν την έναρξη. Ήταν ίσως το πιο συγκινητικό Πάσχα που είχα κάνει. Δεν υπήρχαν μεγάφωνα. Όλα τα φώτα ήταν σβηστά και οι εικόνες φωτίζονταν από κρυμμένα καντήλια. Η μουσική ήταν η ίδια όπως στην ελληνική, αλλά πολύ καλά τραγουδισμένη, στα αραβικά. Ο ιερέας βγήκε και είπε το «Δεύτε λάβετε φως» στα ελληνικά και πρώτη φορά στη ζωή μου πήρα το φως από τον παπά (οι άνθρωποι περίμεναν στη σειρά, όχι μπουλούκι). Μετά το ΧΑ τα βεγγαλικά ήταν μετρημένα. Μετά όλοι μπήκαν μέσα και ακούσαμε τη λειτουργία ως το τέλος. Ήταν υπέροχο.

Φέτος θα ήθελα να πάω με την Υβόννη στην συριακή, αλλά δεν θέλω να τρομάξει το μωρό με τα βεγγαλικά. Δεν ακούω κουβέντα. Πρότεινα να πάμε στη ρουμάνικη.

Το συμπέρασμα είναι ότι εμείς οι Έλληνες (με εξαίρεση έναν μικρό πυρήνα) όσον αφορά την Ανάσταση είμαστε οι μόνοι που είναι του χαβαλέ. Πηγαίνουμε λίγο πριν το ΧΑ, ρίχνουμε πυροτεχνήματα και κροτίδες και μετά βουρ στο φαΐ. Αυτό δεν το είδα πουθενά σε όσες εκκλησίες επισκέφτηκα εδώ, ρώσικη, βουλγάρικη, ρουμάνικη, συριακή, σέρβικη, κόπτικη. Όλοι οι άλλοι ορθόδοξοι λαοί αντιμετωπίζουν με σοβαρότητα την Ανάσταση.

Επίσης εντυπωσιακό είναι ότι ενώ εδώ και 7 χρόνια προτείνω κάθε φορά μια άλλη ορθόδοξη εκκλησία, ελάχιστοι ως κανείς δεν έχουν διάθεση να έρθουν μαζί μου. Ίσως ακριβώς γιατί ούτε καν θέλουν να κάνουν αλλιώς: κουβέντα, κρότοι, φαΐ. Τουλάχιστον στο Βερολίνο υπάρχει η ελευθερία ώστε ο καθένας να κάνει αυτό που του ταιριάζει.

Καλή Ανάσταση!

Ψωμί και Τυρί

Πήρα χτες από ένα μαγαζί με ελληνικές λιχουδιές ένα κιλό πρόβιο τυρί (≈10€). Πολύ νόστιμο!... Αυτό είναι τώρα τώρα το πρωινό και απογευματινό μου: 2 ξεροψημένες φέτες ψωμί στη φρυγανιέρα, μια χοντρή φέτα πρόβιο τυρί και νερό. Απλά πράγματα!

Φρουρά επί φρουράς

Συνηθίζω να ακούω ηλεκτρονική μουσική στο σκοτάδι ή στο ημίφως. Οπότε η καταλληλότερη ώρα είναι στο κρεββάτι, την νύχτα, λίγο πριν κοιμηθώ.

Έτσι έκανα και την πρώτη φορά που άκουσα προσεκτικά το «Φρουρά επί Φρουράς»: έβαλα τα ακουστικά, μπήκα στο κρεββάτι, πήρα την Υψικάμινο και πάτησα το play. Ένιωσα πολύ δυσάρεστα συναισθήματα διαβάζοντας το ομώνυμο ποίημα του Εμπειρίκου και ακούγοντας την μουσική: «η τρομερή ιστορία», ο «όλεθρος», η χαμηλή χορωδία, οι κραυγές της γυναίκας και τα παγωμένα μεσάνυχτα με κατατρόμαξαν. Που σημαίνει ότι μάλλον πρέπει να αλλάξω συνήθειες...

Το κομμάτι αρχίζει με ψηλούς σύντομους ήχους που επαναλαμβάνονται γρήγορα· η πρώτη φωνή σε ίσα, οι προστιθέμενες φωνές σε άνισα χρονικά διαστήματα. Έτσι, δημιουργείται ένα σύννεφο από ψηλούς ήχους που θυμίζει —αρκετά κραυγαλέα— τις σταλαγματιές από το ποίημα. Μάλιστα, η ηχοχρωματική του καθαρότητα μού θυμίζει τα διαμάντια. Το σύννεφο αυτό θα συνεχίσει ως το τέλος. Θα αλλάζει ηχόχρωμα, άλλοτε προς το μεταλλικότερο, άλλοτε προς το ρομποτικότερο (εννοώ τους ρομποτικούς ήχους από τις ταινίες της δεκαετίας του 60).

Σύντομα (45'') εισάγεται ένα στρώμα χαμηλών κρατημένων ήχων που μοιάζει με πολύ χαμηλή χορωδία ή σαν ήχος ομιλίας στην οποία μειώθηκε εκ των υστέρων η ταχύτητα —και συνεπώς έπεσε το τονικό ύψος [στη συνέχεια θα αναφέρομαι σ'αυτό ως «χορωδία»]. Αυτή η χαμηλή χορωδία έχει κάτι το πολύ υποβλητικό. Παραμορφώνεται με φίλτρα και στη συνέχεια προστίθεται και ένα ρυθμικό μπάσσο που σηματοδοτεί τον χρόνο, το οποίο σιγά σιγά υποχωρεί.

Στο 2'18'' η χορωδία φτάνει σε ένα πλατώ και προστίθενται έγχορδα pizzicato που παίζουν ρυθμικά επαναλαμβανόμενα όχι ταυτόχρονα για λίγο μια συγχορδία και στη συνέχεια —μετά από ένα χτύπημα col legno— ένα μικρό κλάστερ και η ηχογράφησή τους τεντώνεται κάθε φορά προοδευτικά ώστε να χάνουν τονικό ύψος και ταυτόχρονα να κάνουν ritenuto (φανταστείτε ότι παίζει το πικάπ και ξαφνικά κόβεται το ρεύμα (υπάρχει μια ανάλογη σκηνή με την Βλαχοπούλου που κάνει play back)). [Στη συνέχεια θα αναφέρομαι σ' αυτήν την τεχνική ως gliss.-rit.]

Ακολουθούν πάλι πιτσικάτι (περισσότερα αυτή τη φορά), ένα χτύπημα col legno (πιο ψηλά αυτή τη φορά) και άλλες 2 κατιούσες η μία από πολλά πιτσικάτι και η άλλη από αργούς ρομποτικούς ήχους όπου εφαρμόζεται το σχήμα του gliss.-rit. στο οποίο προαναφέρθηκα.

Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω ότι έχουμε 3 στρώματα: την χορωδία στο μπάσσο, τις κατιούσες καμπύλες gliss.-rit. και το σύννεφο ψηλά. Το σύννεφο το ξεχάσαμε όταν άρχισε η δράση με τη χορωδία. Τη χορωδία την ξεχάσαμε στο πλατώ της, όταν άρχισαν τα gliss.-rit.

Με το που τελειώνει το τελευταίο gliss.-rit. η χορωδία κάνει gliss. προς τα πάνω, προς τα κάτω, προς τα πάνω και εξαφανίζεται. Παραμένει όμως στο μεταξύ ένας πολύ χαμηλός και σιγανός ήχος απ' αυτήν. Με τα gliss. αυτά εμφανίζεται μία γυναικεία φωνή που μιλά με δυσκολία, σα να συλλαβίζει, σαν να βγήκε από γιαπωνέζικο θέατρο, ή σαν να μιλά ανάποδα και σα να θρηνεί. Πάντως είναι πολύ φορτισμένη αρνητικά. Αφού τελειώσει, το σύννεφο γίνεται δίφωνο, ακούμε ένα κατιόν gliss. (η φωνή;) και με το τέλος του τελειώνει και η χορωδία. Οι σταλαγματιές γίνονται μονόφωνες κι έτσι τελειώνουν συμμετρικά σε σχέσει με την αρχή (4'55΄).

Πρόκειται για ένα αρκετά αξιόλογο έργο. Άρτιο τεχνικά και αρκετά υποβλητικό. Η υποβλητικότητά του προκύπτει από το γεγονός ότι στο κομμάτι αυτό τα διάφορα γεγονότα ούτε εντελώς αφηρημένα είναι αλλά και θυμίζουν κάτι χωρίς όμως να είναι αυτό που θυμίζουν. Οι στάλες δεν είναι ακριβώς στάλες, η χορωδία είναι σαν χορωδία, η φωνή είναι σαν να λέει κάτι. Βρισκόμαστε μεταξύ συγκεκριμένου και αφηρημένου με αποτέλεσμα να ανοίγεται η πόρτα στην φαντασία.

Οι ρυθμικές ασυγχρονίες του συννέφου και των πιτσικάτι, και επιπλέον η τονική (δηλ. στο επίπεδο του τονικού ύψους) κίνηση των πιτσικάτι θυμίζουν έντονα τεχνικές του Λίγκετι από την 2η περίοδό του. Δεν είναι το ίδιο, είπα, θυμίζουν. Αυτό δεν είναι κακό, διότι ο Δημήτρης κάνει εντελώς διαφορετική χρήση, πάντως θα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν ότι αυτά έχουν γίνει κατά κάποιον τρόπο πατέντα του Γκιώργκη, δηλαδή δεν είναι εύκολο να τον βγάλεις από το μυαλό ακόμα και με διαφορετική χρήση.

Το κομμάτι έχει σαφέστατη δομή στο χρόνο και στην διαστρωμάτωσή του. Βέβαια, ο χειρισμός του συσχετισμού των τριών στρωμάτων είναι κάπως απλός. Δεν ξέρω πώς βρέθηκαν όλα αυτά μαζί. Θα μπορούσαμε να πάρουμε την χορωδία ή το σύννεφο και να φτιάξουμε ένα άλλο κομμάτι. Δεν λέω ότι δεν κολλάνε, κολλάνε, αλλά είναι τόσο εύπλαστα που ίσως κολλάνε παντού. Μου φαίνεται δηλαδή ότι στη συνθετική διαδικασία δεν συνελλήφθη εξ αρχής το έργο (στα τρία στρώματά του) στο σύνολό του, με όλες τις ιδιότητες (ανά στρώμα) και στη συνέχεια η εργασία ήταν η πραγματοποίηση της ιδέας, αλλά ότι προέκυψε ως αποτέλεσμα πειραμάτων, δοκιμών —πράγμα όχι ασύνηθες στην ηλεκτρονική μουσική.

Αυτό πάντως που εγώ θεωρώ κεφαλαιώδες λάθος στο κομμάτι είναι η φωνή στο τέλος. Η συναισθηματική της βαρύτητα είναι τόση που απορροφά ό,τι ακούσαμε ως εκείνη την στιγμή. Μετά την λήξη του κομματιού αυτό που μένει στη μνήμη δεν είναι ούτε το σύννεφο, ούτε η χορωδία ούτε τα πιτσικάτι, αλλά εκείνη η τραγική φωνή για την οποία δεν ξέραμε τι έλεγε και για τι.

Ασαφής παραμένει και η σχέση του κομματιού με το ποίημα του Εμπειρίκου (δεν ξέρω άλλο έργο με τίτλο «Φρουρά επί φρουράς»). Οι σταλαγματιές είναι μια ιδέα που προφανώς σχετίζεται με το ποίημα, τα άλλα όμως συνδέονται πιο πολύ με την αίσθηση του ποιήματος παρά άμεσα με τις εικόνες του. Ελπίζω η φωνή στο τέλος να μην συμβολίζει τον όλεθρο και την νεαρή ψυχοπαραδερμενοπούλα! Μάλλον στην περίπτωση αυτή το ποίημα αποτέλεσε έναυσμα έμπνευσης παρά αντικείμενο σχολιασμού η περιγραφής (με εξαίρεση τις στάλες) από την μουσική. Όμως, ακόμα κι έτσι, όταν το διαβάζω έχω την εντύπωση πως μόνο ορισμένα χωρία του ερέθισαν τον συνθέτη και όχι το ποίημα ως ολότητα. Όμως έχουμε την τιμή, ο συνθέτης να είναι αναγνώστης του μπλογκ ετούτου, έτσι θα λύσει ο ίδιος όλες τις απορίες μας!

Το έργο μπορείτε να το ακούσετε από την επίσημη σελίδα του Δημήτρη.