Category Archives: Μαρωνίδη Κριτική

Orbits

Το εργο Orbits του Δημητρη μπορειτε να το ακουσετε εδω. Συνιστω μαλιστα να το κανετε, οχι μονο για την παρακατω κριτικη, αλλα και γιατι πιστευω πως αξιζει να το ακουσει κανεις. Εγω το ακουσα πολλες φορες.

Γενικα: ειναι ενα πολυ ωραιο εργο για πιανο και ηλεκτρονικους ηχους, Στο πρωτο τμημα του αναπτυσσει το υφος «κρουστο πιανο με στακατο πυνκες συγχορδιες με σταθερες που επαναλαμβανονται δινοντας συνοχη» και απο τη μεση μετατρεπεται στο «διαλογιστικο κομματι με επαναλαμβανομενες νοτες που στοχευονται απο διεξιοτεχνικα περασματα». Ο Δημητρης δινει τη δικη του παραλλαγη στο θεμα αυτο με συνθετικη δεξιοτεχνια. Δεν χανει ουτε το δασος ουτε το δεντρο. Ενα «Ευγε» λοιπον!

Ειδικα τωρα, θα απαριθμησω εδω τι θεωρω θετικο και τι οχι για το εργο αυτο.

Θετικα

  • Υπαρχει μια κεντρικη αφηγηση. Οι σταθερες (συγχορδιες στην αρχη, νοτες απο τη μεση) λειτουργουν ως σημεια αναφορας, φαροι στα «ανακατα» συννεφα απο ηχους. Αυτες εξελισσονται προς το διαλογιστικοτερο κι ετσι «αγουν την ψυχη» του ακροατη.
  • Η σχεση μεταξυ σταθερων και μεταβλητων ειναι πολυ ισορροπημενη. Ειναι... σωστη. Ας ειναι και προβλεψιμη βρε αδερφε! Βασιζεται στην—μετα απο τοσα χρονια πια—ανεπτυγμενη γλωσσα της μοδερνας μουσικης.
  • Φαινεται πως ο συνθετης αυτος χωνεψε τους μεγαλους μαστορες του 20ου αιωνα. Και εβγαλε κατι δικο του. Που δεν ειναι ουτε Στοκχαουζεν, ουτε Λιγκετι, ουτε Φελντμαν, ουτε Κεητζ κλπ. αλλα ολοι αυτοι εχουν περασει απο μεσα, αφηνοντας κατι. Αυτο ειναι πολυ ωραιο να το ακους... Υπαρχει ιστορικη συνεχεια, απαραιτητη για την μουσικη επικοινωνια του συνθετη με τον εκτελεστη και το κοινο. Ετσι, επειδη ο συνθετης εκανε τον κοπο να χωνεψει, το εργο ειναι για μας τους ακροατες ευπεπτο. Ετσι μπορουμε να αντιληφθουμε και να απολαυσουμε.
  • Το κομματι αυτο μου ανοιγει την ορεξη για συνθεση. Εχω πολυ καιρο να γραψω μουσικη, αλλα οσο το ακουω, τοσο πιο πολυ ορεξη ανοιγω.

Αρνητικα

  • Το ηλεκτρονικο κομματι εχει το ρολο παρία του πιανου. Κατι σαν χαλασμενη ηχω, σαν σκια. Υπερβολικα διακριτικο, διακοσμητικο, σαν να ντρεπεται γι' αυτο που ειναι. Επισης, κοινοτυπο. Το 'χουμε ξανακουσει πολλες φορες. Καλυτερα να ελειπε.
  • Που και που εμφανιζονται καποιες φρασεις σαν απο ομιλια στο πιανο. Δυστυχως δεν συνεχιζονται. Σαν να προεκυψαν τυχαια. Θα περιμενα περισσοτερη σαφηνεια στοχων του συνθετη γι' αυτα τα στοιχεια.
  • Η κεντρικη ιδεα του κομματιου παρουσιαζεται με πολυ λιγη... μαγκια! Αλλα δεν το λες και ταπεινο. Εχει κατι το μετριο, κατι στο μεσον. Υπερβολικα ισορροπημενο, πολυ... σωστο. Του λειπει η εκκεντρικοτητα τής μεγαλοφυίας. Αυτο που θα σε εκπληξει και θα σε κανει να χαμογελασεις. Δεν ξερω, Δημητρη, αν με πιανεις... Το ξερω οτι μπορεις! Το κομματι παραειναι πολιτισμενο για το αποστασιοποιημενο στυλ του. Η αποστασιοποιηση πρεπει να εχει καποια βαρβαροτητα. Αλλιως περναει στην ουδετεροτητα. Κι απο κει, στη βαρεμαρα. Αυτος ειναι ο δρομος, ομως, ευτυχως, το κομματι δεν τον διενυσε ολοκληρο (δεν εγινε βαρετο δηλαδη).

Αυτα τα ολιγα. Και παλι «Ευγε!» απο μενα, και αλλα τετοια (και καλυτερα)!

Αναμόρφωσις

Τον Δεκέβριο άκουσα μια ηχογράφηση του έργου Αναμόρφωσις για φλάουτο, κλαρινέτο, όμποε, κρουστά, πιάνο, κιθάρα, μαντολίνο και 1/1/1/1 γραμμένο για το Niuew Ensemble (δεν ξέρω πώς προφέρεται).

Το έργο το άκουσα πάρα πολλές φορές. Και θα γράψω εδώ δυο λογάκια γι’ αυτό χωρίς όμως να περιγράψω τη δομή του, διότι στα 12 λεπτά του συμβαίνουν πάρα πολλά πράγματα και δεν έχει νόημα να τα περιγράφω με λόγια, όποιος θέλει ας απευθυνθεί στον Δημήτρη.

Λοιπόν, έχουμε και λέμε:

  1. Το κομμάτι ακούγεται αρκετά ευχάριστα. Υπάρχει δράση, η μουσική κυλάει, δεν κάνει νερά, δεν λες «ωχ, τώρα τι είναι αυτό;», όλα ρέουν, ενώνονται, χωρίζουν, αντιδρούν, συμπλέουν, συμμαχούν, εξελίσσονται.
  2. Οι ηχητικοί όγκοι του κομματιού είναι γραμμένοι με καταπληκτική μαεστρία. Φανερώνουν έναν άριστο μαθητή της γαλλικής ενορχηστρωτικής σχολής. Όλα είναι υπό έλεγχο και ηχούν, καί ως ηχόχρωμα αλλά καί φραστικά.

Αυτά τα παραπάνω με εντυπωσίασαν στη μουσική του Δημήτρη και μπράβο του. Όμως ο Δημήτρης δεν είναι παιδάκι να του λέμε συνέχεια μπράβο και μπράβο, είναι επαγγελματίας και ο ίδιος επιζητεί την ολοκληρωμένη κριτική, αυτή που αναγνωρίζει τα δυνατά σημεία μεν, αποκαλύπτει όμως και τα αδύνατα «δεν». Και —ευτυχώς— ο Δημήτρης δεν είναι κανένας κομπλεξικός Ελληναράς που του κάνουν κριτική κι αυτός νομίζει ότι τον κατακρίνουν. Έτσι λοιπόν θα πω και δυο λογάκια για τα προβλήματα του έργου.

  1. Πέραν του αρχικού ψιθύρου που αρχίζει σποραδικά ως ρυάκια που ενώνονται σε παραποτάμους και όλοι μαζί σε έναν ποταμό ψιθύρων, δεν είναι σαφής μια εξέλιξη στο κομμάτι. Ενώ οι μικρές ενότητες είναι αριστοτεχνικά δουλεμένες, η συνεχής παράθεσή τους δεν οδηγεί κάπου. Όχι πως είναι απαραίτητο να οδηγεί, όμως μετά τον πολλά υποσχόμενο ψίθυρο περιμένουμε μια πιο σφιχτή διαδικασία. Αντ’αυτού έχω την εντύπωση πως μετά τα 4 ή 5 πρώτα λεπτά ο Δημήτρης προσπαθεί μέσω πανέξυπνων διασωληνώσεων να κρατήσει το κομμάτι στη ζωή. Διάφορες σφιχτοδεμένες ενότητες διαδέχονται η μία την άλλη, σαν ο συνθέτης να περιδιαβαίνει σε έναν ζωολογικό κήπο ηχητικών όγκων, και μια παίρνει από δω και μια από κει. Δηλαδή, όπως είχα πει και στο προηγούμενο κομμάτι, στο Φρουρά επί Φρουράς, για τα στρώματα, ότι δηλ. κάθε στρώμα θα μπορούσε να εμφανιστεί σε ένα άλλο κομμάτι χωρίς να πειράζει, έτσι κι εδώ: κάθε μικρή ενότητα θα μπορούσε να παρθεί και να κολλήσει κάπου αλλού και θα ήταν χάρμα. Οι ενότητες είναι μεν σφιχτοδεμένες, όμως η δέση τους, μεταξύ τους, είναι αδύναμη. Έτσι, η δραματικότητα που προκύπτει από τις φράσεις διαχέεται στις παραγράφους και χάνεται.
  2. Οι τόποι που χρησιμοποιούνται στο κομμάτι είναι κάπως ξεπερασμένοι. Π.χ. ο ψίθυρος, το πιάνο που παίζει πάνω κάτω (στην αντιφωνική υποενότητα), οι σύντομες μελωδίες με το κρεσέντο κ.α. Βέβαια, τους κατέχει ο Δημήτρης! Φαίνεται ότι έχει τη μαστοριά, όμως αποφεύγει έτσι το ρίσκο του πειράματος και της νεωτερικότητας που σήμερα είναι ίσως μεγαλύτερο από ποτέ.

Τέλος, θα αναφερθώ και σε ένα ζήτημα αισθητικής. Το κομμάτι αυτό είναι ωραία μουσική. Σ’ αυτό δεν χωράει αμφιβολία. Ευχαριστεί όποιον την ακούσει. Δεν ενοχλεί. Και ερωτώ: μήπως θα έπρεπε ο Δημήτρης να γίνει λίγο πιο ενοχλητικός; Λίγο πιο σπαστικός; Λίγο πιο εκνευριστικός; Ή μήπως πολύ; Εδώ πιστεύω πως το ζήτημα δεν είναι μόνο αισθητικής, αλλά και χαρακτήρα. Ο Δημήτρης είναι ένας μειλίχιος άνθρωπος που μόνο να τον συμπαθήσεις μπορείς. Η μουσική του αναλόγως συμβαδίζει με αυτήν την πλευρά της προσωπικότητάς του, αυτήν δηλ. που φαίνεται. Αυτό που θα συνιστούσα είναι, να κρατήσει την προσωπικότητά του έτσι όπως αυτή είναι, όμως στη μουσική δεν χρειάζεται να είναι κανείς συμπαθής. Το πολύ πολύ να αποκτήσεις λιγότερους οπαδούς. Σιγά το πράμα. Ίσως να είναι καλύτερα ένας μειλίχιος άνθρωπος να βγάζει μια σκοτεινή πλευρά στην τέχνη του (αν έχει, που μάλλον έχει, διότι όλοι έχουν). Δες το σαν τεχνική ισορροπίας, της φωτεινής με την σκοτεινή πλευρά. Αυτό είναι ίσως που λείπει στο κομμάτι, η σκοτεινή πλευρά που θα δώσει στο κομμάτι ζείδωρο πνοή.

Φρουρά επί φρουράς

Συνηθίζω να ακούω ηλεκτρονική μουσική στο σκοτάδι ή στο ημίφως. Οπότε η καταλληλότερη ώρα είναι στο κρεββάτι, την νύχτα, λίγο πριν κοιμηθώ.

Έτσι έκανα και την πρώτη φορά που άκουσα προσεκτικά το «Φρουρά επί Φρουράς»: έβαλα τα ακουστικά, μπήκα στο κρεββάτι, πήρα την Υψικάμινο και πάτησα το play. Ένιωσα πολύ δυσάρεστα συναισθήματα διαβάζοντας το ομώνυμο ποίημα του Εμπειρίκου και ακούγοντας την μουσική: «η τρομερή ιστορία», ο «όλεθρος», η χαμηλή χορωδία, οι κραυγές της γυναίκας και τα παγωμένα μεσάνυχτα με κατατρόμαξαν. Που σημαίνει ότι μάλλον πρέπει να αλλάξω συνήθειες...

Το κομμάτι αρχίζει με ψηλούς σύντομους ήχους που επαναλαμβάνονται γρήγορα· η πρώτη φωνή σε ίσα, οι προστιθέμενες φωνές σε άνισα χρονικά διαστήματα. Έτσι, δημιουργείται ένα σύννεφο από ψηλούς ήχους που θυμίζει —αρκετά κραυγαλέα— τις σταλαγματιές από το ποίημα. Μάλιστα, η ηχοχρωματική του καθαρότητα μού θυμίζει τα διαμάντια. Το σύννεφο αυτό θα συνεχίσει ως το τέλος. Θα αλλάζει ηχόχρωμα, άλλοτε προς το μεταλλικότερο, άλλοτε προς το ρομποτικότερο (εννοώ τους ρομποτικούς ήχους από τις ταινίες της δεκαετίας του 60).

Σύντομα (45'') εισάγεται ένα στρώμα χαμηλών κρατημένων ήχων που μοιάζει με πολύ χαμηλή χορωδία ή σαν ήχος ομιλίας στην οποία μειώθηκε εκ των υστέρων η ταχύτητα —και συνεπώς έπεσε το τονικό ύψος [στη συνέχεια θα αναφέρομαι σ'αυτό ως «χορωδία»]. Αυτή η χαμηλή χορωδία έχει κάτι το πολύ υποβλητικό. Παραμορφώνεται με φίλτρα και στη συνέχεια προστίθεται και ένα ρυθμικό μπάσσο που σηματοδοτεί τον χρόνο, το οποίο σιγά σιγά υποχωρεί.

Στο 2'18'' η χορωδία φτάνει σε ένα πλατώ και προστίθενται έγχορδα pizzicato που παίζουν ρυθμικά επαναλαμβανόμενα όχι ταυτόχρονα για λίγο μια συγχορδία και στη συνέχεια —μετά από ένα χτύπημα col legno— ένα μικρό κλάστερ και η ηχογράφησή τους τεντώνεται κάθε φορά προοδευτικά ώστε να χάνουν τονικό ύψος και ταυτόχρονα να κάνουν ritenuto (φανταστείτε ότι παίζει το πικάπ και ξαφνικά κόβεται το ρεύμα (υπάρχει μια ανάλογη σκηνή με την Βλαχοπούλου που κάνει play back)). [Στη συνέχεια θα αναφέρομαι σ' αυτήν την τεχνική ως gliss.-rit.]

Ακολουθούν πάλι πιτσικάτι (περισσότερα αυτή τη φορά), ένα χτύπημα col legno (πιο ψηλά αυτή τη φορά) και άλλες 2 κατιούσες η μία από πολλά πιτσικάτι και η άλλη από αργούς ρομποτικούς ήχους όπου εφαρμόζεται το σχήμα του gliss.-rit. στο οποίο προαναφέρθηκα.

Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω ότι έχουμε 3 στρώματα: την χορωδία στο μπάσσο, τις κατιούσες καμπύλες gliss.-rit. και το σύννεφο ψηλά. Το σύννεφο το ξεχάσαμε όταν άρχισε η δράση με τη χορωδία. Τη χορωδία την ξεχάσαμε στο πλατώ της, όταν άρχισαν τα gliss.-rit.

Με το που τελειώνει το τελευταίο gliss.-rit. η χορωδία κάνει gliss. προς τα πάνω, προς τα κάτω, προς τα πάνω και εξαφανίζεται. Παραμένει όμως στο μεταξύ ένας πολύ χαμηλός και σιγανός ήχος απ' αυτήν. Με τα gliss. αυτά εμφανίζεται μία γυναικεία φωνή που μιλά με δυσκολία, σα να συλλαβίζει, σαν να βγήκε από γιαπωνέζικο θέατρο, ή σαν να μιλά ανάποδα και σα να θρηνεί. Πάντως είναι πολύ φορτισμένη αρνητικά. Αφού τελειώσει, το σύννεφο γίνεται δίφωνο, ακούμε ένα κατιόν gliss. (η φωνή;) και με το τέλος του τελειώνει και η χορωδία. Οι σταλαγματιές γίνονται μονόφωνες κι έτσι τελειώνουν συμμετρικά σε σχέσει με την αρχή (4'55΄).

Πρόκειται για ένα αρκετά αξιόλογο έργο. Άρτιο τεχνικά και αρκετά υποβλητικό. Η υποβλητικότητά του προκύπτει από το γεγονός ότι στο κομμάτι αυτό τα διάφορα γεγονότα ούτε εντελώς αφηρημένα είναι αλλά και θυμίζουν κάτι χωρίς όμως να είναι αυτό που θυμίζουν. Οι στάλες δεν είναι ακριβώς στάλες, η χορωδία είναι σαν χορωδία, η φωνή είναι σαν να λέει κάτι. Βρισκόμαστε μεταξύ συγκεκριμένου και αφηρημένου με αποτέλεσμα να ανοίγεται η πόρτα στην φαντασία.

Οι ρυθμικές ασυγχρονίες του συννέφου και των πιτσικάτι, και επιπλέον η τονική (δηλ. στο επίπεδο του τονικού ύψους) κίνηση των πιτσικάτι θυμίζουν έντονα τεχνικές του Λίγκετι από την 2η περίοδό του. Δεν είναι το ίδιο, είπα, θυμίζουν. Αυτό δεν είναι κακό, διότι ο Δημήτρης κάνει εντελώς διαφορετική χρήση, πάντως θα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν ότι αυτά έχουν γίνει κατά κάποιον τρόπο πατέντα του Γκιώργκη, δηλαδή δεν είναι εύκολο να τον βγάλεις από το μυαλό ακόμα και με διαφορετική χρήση.

Το κομμάτι έχει σαφέστατη δομή στο χρόνο και στην διαστρωμάτωσή του. Βέβαια, ο χειρισμός του συσχετισμού των τριών στρωμάτων είναι κάπως απλός. Δεν ξέρω πώς βρέθηκαν όλα αυτά μαζί. Θα μπορούσαμε να πάρουμε την χορωδία ή το σύννεφο και να φτιάξουμε ένα άλλο κομμάτι. Δεν λέω ότι δεν κολλάνε, κολλάνε, αλλά είναι τόσο εύπλαστα που ίσως κολλάνε παντού. Μου φαίνεται δηλαδή ότι στη συνθετική διαδικασία δεν συνελλήφθη εξ αρχής το έργο (στα τρία στρώματά του) στο σύνολό του, με όλες τις ιδιότητες (ανά στρώμα) και στη συνέχεια η εργασία ήταν η πραγματοποίηση της ιδέας, αλλά ότι προέκυψε ως αποτέλεσμα πειραμάτων, δοκιμών —πράγμα όχι ασύνηθες στην ηλεκτρονική μουσική.

Αυτό πάντως που εγώ θεωρώ κεφαλαιώδες λάθος στο κομμάτι είναι η φωνή στο τέλος. Η συναισθηματική της βαρύτητα είναι τόση που απορροφά ό,τι ακούσαμε ως εκείνη την στιγμή. Μετά την λήξη του κομματιού αυτό που μένει στη μνήμη δεν είναι ούτε το σύννεφο, ούτε η χορωδία ούτε τα πιτσικάτι, αλλά εκείνη η τραγική φωνή για την οποία δεν ξέραμε τι έλεγε και για τι.

Ασαφής παραμένει και η σχέση του κομματιού με το ποίημα του Εμπειρίκου (δεν ξέρω άλλο έργο με τίτλο «Φρουρά επί φρουράς»). Οι σταλαγματιές είναι μια ιδέα που προφανώς σχετίζεται με το ποίημα, τα άλλα όμως συνδέονται πιο πολύ με την αίσθηση του ποιήματος παρά άμεσα με τις εικόνες του. Ελπίζω η φωνή στο τέλος να μην συμβολίζει τον όλεθρο και την νεαρή ψυχοπαραδερμενοπούλα! Μάλλον στην περίπτωση αυτή το ποίημα αποτέλεσε έναυσμα έμπνευσης παρά αντικείμενο σχολιασμού η περιγραφής (με εξαίρεση τις στάλες) από την μουσική. Όμως, ακόμα κι έτσι, όταν το διαβάζω έχω την εντύπωση πως μόνο ορισμένα χωρία του ερέθισαν τον συνθέτη και όχι το ποίημα ως ολότητα. Όμως έχουμε την τιμή, ο συνθέτης να είναι αναγνώστης του μπλογκ ετούτου, έτσι θα λύσει ο ίδιος όλες τις απορίες μας!

Το έργο μπορείτε να το ακούσετε από την επίσημη σελίδα του Δημήτρη.

Improvisation Electronique II

Όπως λέει ο τίτλος, το έργο είναι ένας ηλεκτρονικός αυτοσχεδιασμός (ο δεύτερος). Η λέξη «Improvisation» δεν ξέρω αν εννοείται κυριολεκτικά, ίσως όμως να εννοεί ότι το έργο έγινε απλώς γρήγορα χωρίς πολλά πολλά προσχέδια και αναθεωρήσεις. Αυτό θα δικαιολογούνταν από την απλή, σχεδόν διάφανη δομή του (με το «διάφανη» εννοώ ότι δίνει την εντύπωση —τουλάχιστον σε μένα— ότι η συνθετική σκέψη είναι αναγνώσιμη μέσω της μουσικής).

Το έργο διαρκεί 5' 53'' και αποτελείται από δυο καθαρά ξεχωριστές ενότητες.Η πρώτη (2' 31'') αποτελείται από ήσυχα τόξα μουσικών φράσεων από μακρείς φθόγγους σε διάφορες φωνές, τους περισσότερους μαλακούς και αρκετούς τζιζάτους. Οι τζιζάτοι συνιστούν πού και πού παρενοχλήσεις στα τόξα. Στο μέσον του τρίτου λεπτού ξεκινά μέσα από την πρώτη ενότητα ένας παλμός που δίνει το έναυσμα στην δεύτερη. Αυτή συνιστά αντίθεση στην στατική πρώτη ενότητα με τον συνεχή παλμό, τους εκατοντάδες μικρούς ήχους της και τον χορευτικό χαρακτήρα της. Γράφω «χορευτικό» διότι μου δίνει την εντύπωση (δίνει την εντύπωση, απλώς) ότι η ενότητα αυτή έχει παραχθεί από ψηφιακή παραμόρφωση ενός λαϊκού χορού. Σ' αυτό δεν με οδηγεί μονάχα η γρήγορη και ισορυθμική κίνηση αλλά και το γεγονός ότι το μπάσο κινείται αργά και παλινδρομικά σε διαστήματα τρίτης μικρής προσδίδοντας σχέση τονικής / παράλληλης τονικής. Μετά από δύο ή τρεις αρμονικές παλινδρομήσεις το κομμάτι τελειώνει προς το τέλος του έκτου λεπτού.

Η βασική ιδέα του κομματιού στη μακροδομή του είναι η αντίθεση που παρουσιάζεται με τις 2 ενότητες. Αργές λιτές φράσεις / γρήγορα πολύπλοκα ρυθμικά σύννεφα. Έλλειψη ρυθμικού χτύπου / ισορρυθμία. Το συνεκτικό στοιχείο είναι τα ηχοχρώματα: οι ήχοι στην 2η ενότητα είναι και πάλι μαλακοί και τζιζάτοι, κι έτσι διατηρείται μια συγγενική σχέση με την πρώτη ενότητα.

Πρόκειται σίγουρα για ένα χαριτωμένο κομμάτι ηλεκτρονικής μουσικής. Έπρεπε όμως να προσεχτεί περισσότερο. Κατά τη γνώμη μου, αν είχε δουλευτεί με περισσότερη επιμέλεια (=χρόνος, κόπος, αφοσίωση κτλ.) θα μπορούσε να είναι κάτι παραπάνω από χαριτωμένο. Η πρώτη ενότητα, αν και καλοφτιαγμένη, δεν μας λέει κάτι περισσότερο από μια σπουδή του συρμού με αργούς ήχους. Τα τόξα είναι μεν μια χαρά, αλλά είναι και κλισέ (όχι ως τόξα, αλλά αυτά τα τόξα). Οι παρενοχλήσεις δεν φαίνεται να δουλεύτηκαν αρκετά, έχουν κυρίως περιστασιακό χαρακτήρα, έπρεπε να είχε γίνει κάτι παραπάνω μ' αυτές, πιστεύω.

Το πέρασμα, αντιθέτως από την 1η στη 2η ενότητα είναι ίσως το καλύτερο σημείο του κομματιού: σύντομο, κατανοητό και αποτελεσματικό.

Η 2η ενότητα μας εισάγει σε νέα δωμάτια με τον αντιθετικό χαρακτήρα της, σύντομα όμως καταντάει ένα συνθετικό παιχνίδι, που αρχικώς έχει πλάκα και στη συνέχεια γίνεται προβλέψιμο. Η παλινδρόμηση κλείστηκε στον εαυτό της. Δεν γέννησε τίποτε καινούριο, απλώς έλαβε χώρα και τελείωσε. Επίσης διάφορα νέα στοιχεία εμφανίζονται που όμως και αυτά δεν εξελίσσονται. Μου δίνει την εντύπωση ότι ο συνθέτης, όπως κι εγώ, ο ακροατής, αρχικώς διασκέδασε με το υλικό που προέκυψε και μετά βαρέθηκε ή κουράστηκε και το σταμάτησε το παιχνίδι. Κρίμα, διότι πρόκειται για πολύ αξιόλογο υλικό.

Και ας έρθω και στο τέλος της 2ης ενότητας: όταν ακούω ρυθμικές ενότητες με επαναλαμβανόμενα στοιχεία αναρωτιέμαι πάντα πώς θα την τελειώσει ο συνθέτης. Υπάρχουν πολλοί τρόποι: άλλοι τις σταματούν απότομα, άλλοι τις οδηγούν σε μια κόντα, άλλοι τις καταστρέφουν, άλλοι κάνουν fade out. Ο Δημήτρης την βούλιαξε. Σίγουρα πρωτότυπο (για μένα), αν και —για να είμαι ειλικρινής— περίμενα κάτι πιο δύσκολο.

Συνολικά για το έργο αυτό θα έλεγα ότι ο Δημήτρης δεν ακολούθησε τον κανόνα του Πάβιτς, ο οποίος ναι μεν εκφράστηκε για την λογοτεχνία, ισχύει όμως κατά τη γνώμη μου για όλες τις τέχνες: το μυθιστόρημα θα πρέπει να είναι πιο έξυπνο από τον συγγραφέα του. Στην προκειμένη περίπτωση, νιώθω ότι πίσω από την Improvisation Electronique II βρίσκεται ένας έξυπνος δημιουργός που όμως δεν έδωσε τον καλύτερο εαυτό του.

Το κομμάτι μπορείτε να το ακούσετε από την επίσημη σελίδα του Δημήτρη.

ToC

Πριν ξεκινήσουμε με την κριτική μας, ας δούμε πρώτα τον κατάλογο με τα κομμάτια που θα σχολιάσουμε στην συνέχεια:

α/α   Τίτλος Σύνθεση οργάνων
1) Πολυχρωμία ΙΙΙ Ensemble
2) ... a tutti loro piano & tape
3) Froura epi Frouras tape
4) Prelude & Fugue tape
5) Alex, do you hear me? tape
6) Hi Hat tape
7) Ignis Fatuus ορχήστρα
8) Improvisation Electronique II tape
9) Improvisation Electronique III   tape
10) Improvisation J άρπα & tape
11) Ispachan tape
12) Synthesis IVb tape

Πριν μερικές μέρες απέκτησα και τα Matinée Final και Sculpture X, θα τα δούμε στο τέλος.

Όπως φαίνεται από την παραπάνω λίστα, ο Δημήτρης ασχολείται βασικά με ηλεκτρονική μουσική. Η άποψή μου είναι: αν είναι έτσι, τότε και καλά κάνει! Η ηλεκτρονική μουσική δίνει σήμερα την δυνατότητα στους συνθέτες να απεξαρτηθούν από τους διάφορους εκτελεστές, κι έτσι να γλιτώσουν νεύρα, χρόνο, ενέργεια και αλλοίωση της μουσική τους —αυτό που σήμερα λέμε «ερμηνεία». Δεύτερον, άλλο πράγμα να δουλεύεις με «ζωντανούς» ήχους, και άλλο με κώδικες που δεν ξέρεις αν θα ακουστούν ποτέ και με ποιον τρόπο. Και τρίτον, άλλο πράγμα να δουλεύεις με άπειρα ηχοχρώματα και άλλο με πεπερασμένα —και ας έχουν τα τελευταία τον πλούτο που χρωστούν στην πολυπλοκότητα της τυχαιότητάς τους.

Κάποια στιγμή θα εγκαταλείψω κι εγώ όλα τα όργανα, με εξαίρεση αυτά που παίζω ο ίδιος —τουτέστιν, το πιάνο και την κιθάρα— και θα γράφω μόνο ηλεκτρονική μουσική.


Υ.Γ. Χα χα, το WordPress πήρε το 8) για smiley! Θα το αφήσω, πλάκα έχει!

Μαρωνίδη Κριτική

Με τον Δημήτρη τον Μαρωνίδη δεν είμαστε και τίποτε κολλητάρια. Έχουμε όμως πολλά κοινά. Καταρχήν, και οι δύο, ασ' 'σ' ον Πόντον. Κατά δεύτερον, είμαστε συνθέτες. Κατά τρίτον, μάθαμε την υψηλή αυτήν τέχνη με τον ίδιο δάσκαλο, τον Κώστα τον Σιέμπη (με τ' όνομα). Και κατά τέταρτον, λατρεύουμε την ηλεκτρονική μουσική.

Εδώ τελειώνουν οι ομοιότητες, και αρχίζουν κάποιες μεγάλες διαφορές. Δεν θα τις απαριθμήσω κι αυτές, διότι άρχισα να βαριέμαι. Ας μπω λοιπόν στο ψητό.

Ο Δημήτρης ο Μαρωνίδης, λοιπόν, μου είχε δώσει —αν θυμάμαι καλά— τον Μάρτιο του 2006 ένα πακέτο με έργα του, παρτιτούρες και δύο συδί, για να τα κοιτάξω και να του πω δυο πραγματάκια. Δυστυχώς, όμως, είχε πέσει σε άσχημη περίοδο, τουτέστιν, δεν είχα καθόλου χρόνο. Η έλλειψη χρόνου κορυφώθηκε πριν 1 μήνα με την πτυχιακή εξέταση, και τώρα, μπορεί να έχω πολύ λίγο περισσότερο χρόνο, όμως έχω περισσότερη όρεξη (μην την ξεχνάμε κι αυτήν).

Πριν μερικές μέρες λοιπόν, έβαλα το ένα από τα δύο συδί στη φωτιά κι έτσι άκουσα για πρώτη φορά μουσική του Δημήτρη... Καλή φάση. [Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι τα τελευταία χρόνια δεν είχα ακούσει σχεδόν καθόλου μουσική —λέτε να έχασα επεισόδια;] Και προτίθεμαι να τα σχολιάσω όλα, ένα ένα. Και φυσικά, όλον αυτόν τον κόπο δεν θα τον κρατήσω κρυφό, θα δημοσιευτεί όπως όλες οι δουλειές μου. Στο μπλογκ ετούτο. Στα άγια ετούτα bytes...

Ας σοβαρευτούμε! Θα προσπαθήσω να είμαι δίκαιος. Δεν θα εκμεταλλευτώ την γνωριμία μας (που συνεπάγεται αντοχή στην σκληρή κριτική). Ούτε θα κολακέψω, δεν αρμόζει σε έναν επαγγελματία. Η γνώμη θα εκφραστεί και θα τεθεί και αυτή με την σειρά της σε όποια κριτική (τα σχόλια θα επιτρέπονται, τα βλακώδη σχόλια, θα καρατομούνται).