Category Archives: Αποφάσεις

Θεσσαλονίκη και Θεσσαλονικείς

Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που αγαπώ πολύ. Πέρασα εκεί τα πρώτα μου φοιτητικά χρόνια, στον—δικό μου—κόσμο της μουσικής και των φίλων και έχω αναμνήσεις σε κάθε γωνιά. Την φρεσκάδα αυτών των χρόνων προσπάθησα να αποτυπώσω στο ομώνυμο κομμάτι που μοιάζει με ένα μόμπιλε που δονείται από τον άνεμο.

Την τελευταία φορά που πήγα (Φεβρουάριος/Μάρτιος 2010) απογοητεύτηκα πάρα πολύ. Όχι βέβαια από την πόλη, αλλά από τους κατοίκους της. Ήταν αδύνατο να περάσουμε με το καροτσάκι του μωρού από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο λόγω αποκλεισμού από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα ώστε έπρεπε να βγούμε στο δρόμο μαζί με τα αυτοκίνητα, η πόλη ήταν πνιγμένη στο σκουπίδι, ο υδραυλικός είχε έρθει 3 φορές για να διορθώσει μια βρύση που έσταζε, ο υπάλληλος της συντήρησης θέρμανσης είχε συνδέσει το καλώδιο του λέβητα με μια πρίζα ώστε όταν ανάβουν τα φώτα να γίνεται βραχυκύκλωμα. Υπήρχε βέβαια η καλή διάθεση. Αλλά χανόταν στην αναποτελεσματικότητα και στο γενικό χάος που υπήρχε.

Και τότε—στα 90—υπήρχε χάος. Θυμάμαι τον εαυτό μου αρκετές φορές να γυρνάει σπίτι από το κέντρο με τα πόδια το μεσημέρι λόγω ασφυξίας στα λεωφορεία. Θυμάμαι ταξιτζή να μην με πηγαίνει στο αεροδρόμιο γιατί «δεν είχε πτήση». Θυμάμαι καταστάσεις απείρου κάλλους μεταξύ σεβασμίων γερόντων στα λεωφορεία. Θυμάμαι σκηνές απύθμενης ασχήμιας από φοιτητές την ώρα του μεσημεριανού φαγητού στη λέσχη. Το χάος δεν ήρθε τώρα τελευταία. Πάντοτε υπήρχε και όσοι μπορούσαν να το δουν, το έβλεπαν. Απ' αυτούς, όσοι δεν το άντεχαν, έφυγαν.

Do best what you do worst (1/2)

Normally we tend to do in our lives what we do best. For example, a musician who is good in playing Bach will specialise in playing Bach. A mathematician who is good in algebra, will specialise in algebra. This is very logical, natural and optimal. Because doing what you do best is the best way to make it perfect.

What I do not like in this type of thinking, is that it is not very challenging. And in 2 important cases of my life I tried to do the opposite: to focus on what I do or understand worst.

The first case was the selection of the subject of my diploma thesis in musicology. During my musicological studies I was a fan of the 2. Vienna School. I was analysing works of Schönberg, Berg and Webern, transcribing, composing in that styles, playing and advertising them among my felllow students. It would be a pleasure for me to write my diploma thesis on this music. On the other hand, the "other pole", Stravinsky's music, was not my favourite; actually I found some pieces of him unacceptable, as I was listening to them through the glasses of the 2WS. It was a music, that I could not feel or understand. So, at the end of my studies I decided to write my thesis on Stravinsky, and especially on the 12-tone works of him, in order for me to get to know better this composer and his music.

As it turned out, it was a very exciting challenge. I discovered a new world, which opened my thinking and offered new tastes to my musical horizon. In 1 year I wrote a thesis in which I analysed the works from scratch,  documented almost everything of the existing literature about these works, compared the different literature sources, completed and corrected some of them. For the sake of the analysis I also wrote a software in c  (ttrm) that accelerated heavily the 12-tone analysis.

Taking the challenge was the right decision!

Επιστροφή στην Ελλάδα

Τον Οκτώβριο του τρέχοντος έκλεισα 11 χρόνια στο εξωτερικό (της Ελλάδας). Σύμφωνα με τον νέο νόμο, μπορώ να πάω στο προξενείο και να πάρω πιστοποιητικό που θα με κάνει και επισήμως πια Έλληνα του εξωτερικού.

Χαίρομαι που ανήκω —και επισήμως πλέον— στους Έλληνες ομογενείς. Έχει άλλο χρώμα να είσαι μέρος αυτής της Ελληνικής ομάδας. Φυσικά, άλλο πράγμα να είσαι Έλληνας ομογενής στην Γερμανία, άλλο στην Αργεντινή και άλλο στην Ταϊλάνδη (γράφω «Ταϊλάνδη» διότι προχτές έβλεπα το πρώτο Εμμανουέλα). Στην Γερμανία υπάρχουν κοινότητες σε άμεση σύνδεση με την Ελλάδα, στην Αργεντινή υπάρχουν —φαντάζομαι— κοινότητες, αλλά αποκομμένες από την Ελλάδα (η απόσταση, το πλέον μη υπάρχον ρεύμα τροφοδότησης κ.α.), ενώ στην Ταϊλάνδη δε νομίζω να υπάρχουν καν κοινότητες. τουτέστιν ο Έλληνας ομογενής θα είναι ίσως σαν την καλαμιά στον κάμπο.

Η Ελλάδα από μακριά δημιουργεί σ' αυτόν που την άφησε είτε νωρίτερα είτε αργότερα μία πολύ βαθιά Sehnsucht. Καταρχήν, οι γονείς. Έπειτα, οι φίλοι, οι δάσκαλοι, οι διάφοροι άνθρωποι που άφησες μακριά. Έπειτα, το τοπίο, τα βουνά και οι πεδιάδες, οι αμμουδιές και οι θάλασσες που λαμπυρίζουν στον ήλιο, όλα αυτά που καθόρισαν τα οπτικά, ακουστικά, οσφρητικά, γευστικά και απτικά ερεθίσματα στα χρόνια της παιδικής ηλικίας και της πρώτης νεότητας. Στα πρώτα χρόνια του εξωτερικού η φόρα είναι μεγάλη κι έτσι, άλλες οι προτεραιότητες· σύντομα όμως κόβεται η φόρα και οι διάφορες αξίες παίρνουν νέα μεγέθη. Πρώτα πρώτα για τους ανθρώπους, συνειδητοποιείς ότι δεν είναι αιώνιοι, και ότι τους χάνεις ασχολούμενος με αυτά που θέλεις στο εξωτερικό. Θέλεις να τους ζεις, και όχι να τους φαντάζεσαι. Έπειτα συνειδητοποιείς ότι ούτε κι εσύ είσαι αιώνιος, και ότι τα βουνά, οι θάλασσες και οι κάμποι θα έπρεπε να είναι αυτά που πρέπει να βλέπεις, όχι όμως οποιαδήποτε, αλλά ακριβώς εκείνα που πρωτοείδες όταν ήσουν παιδί.

Καθώς λοιπόν κόβεται η φόρα, τρεις νέοι παράγοντες εμφανίζονται: η αδράνεια, τα πρακτικά ζητήματα και οι νέοι άνθρωποι τους οποίους γνώρισες και αγάπησες εκεί που βρίσκεσαι.

Η αδράνεια, νομίζω, είναι προφανής, δεν χρειάζεται να την αναλύσουμε. Καθένας έχει την τάση να διατηρεί την κατάσταση στην οποία βρίσκεται.

Τα ρπακτικά (πήγα να γράψω πρακτικά και έγιναν σχεδόν αρπακτικά) ζητήματα είναι εκείνα που καλούνται από την λογική: σκέφτεσαι «εδώ έχω μια δουλειά» —αν έχεις— «που δεν θα μπορούσα να κάνω στην Ελλάδα», σκέφτεσαι «εδώ η γραφειοκρατία είναι μικρότερη, ενώ στην Ελλάδα θα με αδικούσε και θα με ταλαιπωρούσε», σκέφτεσαι «εδώ αν πάθω κάτι, ξέρω ότι δεν θα χαθώ, ενώ στην Ελλάδα αν δεν έχω κάποιον γιατρό insider ή λεφτά για να πληρώνω σε κλινικές ή φακελάκια, είμαι χαμένος». Ομολογώ ότι για μένα, αυτά τα τρία ζητήματα τίθενται με εκθετικώς αύξουσα προτεραιότητα —βέβαια, αν η δουλειά στο εξωτερικό είναι τόσο πολύ ικανοποιητική, τότε βαραίνει κι αυτός ο παράγοντας αναλόγως. Η δουλειά —έστω και μη ικανοποιητική— κάπως βρίσκεται, η γραφειοκρατία κάπως αντέχεται, αλλά η Δαμόκλειος σπάθη της έλλειψης ιατρικής περίθαλψης είναι κάτι που θέλει πολύ θάρρος ή αφέλεια. Επίσης, στην εργασία τίθεται και το θέμα της ευθύνης: υπάρχουν —άν υπάρχουν— και κάποιοι που σε εμπιστεύτηκαν και περιμένουν κάποια πράγματα από σένα.

Επίσης, πολύ σημαντικός είναι και ο παράγοντας σχέση. Φυσικά, παντού μπορείς να βρεις ανθρώπους που να αγαπήσεις και να σε αγαπήσουν. Όμως αν στη δουλειά υπάρχει η δυνατότητα να σιγουρέψεις μία πριν αφήσεις κάποια άλλη, στο θέμα της σχέσης κάτι τέτοιο θα αναιρούσε κάθε έννοια έρωτα. Θα ήταν ανάρμοστο, ανεύθυνο ως και χυδαίο. Εκεί λοιπόν εγκαταλείπεις κάποιον με προορισμό το άγνωστο, παίρνεις το ρίσκο σου, όμως ασχέτως του αν βρεις κάποιον ή όχι, υπάρχει εδώ πάντα ένα έλλειμμα: η σκέψη ότι έχεις προδώσει κάτι. Προσοχή: δεν γράφω κάποιον· κάτι.

Δεν ξέρω αν θα γυρίσω κάποτε στην Ελλάδα. Αν ανήκα στην γενιά που παίρνει σύνταξη, θα έλεγα, το αργότερο στην σύνταξη, αλλά μάλλον δεν θα πάρω. Βλέπω πως όσοι γύρισαν, κάπου βολεύτηκαν (αυτό σημαίνει πως πληρώνονται, άρα είναι καλό, όμως βολεύτηκαν, άρα και κακό). Επίσης βλέπω ότι οι περισσότεροι από όσους γύρισαν και είναι ευχαριστημένοι, είναι Ελληνάρες, ενώ όσοι είναι δυσαρεστημένοι είναι μάλλον κοσμοπολίτες. Από την άλλη, η Ελλάδα αναπτύσσεται γοργότερα από τις Ευρωπαϊκές χώρες, αυτές έχουν ήδη φτάσει πολύ ψηλά, κι άλλη ανάπτυξη, δεν γίνεται. Όλα θα κριθούν από το ζήτημα της εργασίας και της σχέσης. Ενδιαφέρον πάντως έχει η άποψη μιας φίλης, που μου είπε πως σκέφτομαι έτσι, διότι μένω εδώ που μένω. Αν έμενα στην Ελλάδα, μου λέει ότι θα άλλαζαν κατά πολύ τα κριτήριά μου, και πως θα ήμουν μάλλον δυσαρεστημένος. Δεν το γνωρίζω· ίσως έχει δίκιο.